Σαν σήμερα, 7 Ιανουαρίου του 1972, έφυγε από τη ζωή η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου.
Και μαζί της έσβησε μια φωνή που δεν έγραφε απλώς στίχους, αλλά κατέθετε ψυχή. Γιατί η Ευτυχία δεν ήταν απλώς στιχουργός... ήταν ποιήτρια. Ίσως η πιο αυθεντική λαϊκή ποιήτρια που γνώρισε αυτός ο τόπος.
Έγραψε για τον πόνο, τη φτώχεια, την απώλεια και τον καημό, δεν την ένοιαζε το χρήμα ή η δόξα, αλλά η λύτρωση και οι λέξεις της δεν ήταν κατασκευασμένες, ήταν βιωμένες. «Δεν έχω μπαλκόνι να ’ρθει χελιδόνι να χτίσει φωλιά» έγραψε μια γυναίκα που ζούσε μέσα της αντιφάσεις από την μια αρχόντισσα και από την άλλη αλήτισσα, άγγελος και δαίμονας. Από τότε που έφυγε, δεν βρέθηκε άλλη να την πλησιάσει σε βάθος και αλήθεια.
Δύο πόρτες είχε η ζωή της
Η Ευτυχία Χατζηγεωργίου - Οικονόμου γεννήθηκε στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας, σύμφωνα με τη δική της μαρτυρία το 1896, αν και υπάρχουν πηγές που τοποθετούν τη γέννησή της λίγα χρόνια νωρίτερα. Από μικρή αγαπούσε τα γράμματα, σπούδασε και εργάστηκε ως δασκάλα. Παντρεύτηκε τον έμπορο Κωστή Νικολαΐδη, μεγαλύτερό της σε ηλικία, και απέκτησαν δύο κόρες.
Η Μικρασιατική Καταστροφή άλλαξε τα πάντα. Μέσα σε χάος, θάνατο και ξεριζωμό, έφτασε πρόσφυγας στον Πειραιά. Η ίδια περιέγραφε αργότερα εικόνες που δεν ξεχνιούνται: πτώματα γύρω της, φόβος, πλοία γεμάτα ανθρώπους και παράγκες για κατάλυμα. Εκεί ξεκίνησε ξανά – αλλά αλλιώς.
Δεν επέστρεψε ποτέ στη διδασκαλία. Χώρισε και στράφηκε στο θέατρο. Έπαιξε στα μπουλούκια, σε σκηνές της Αθήνας και για χρόνια συνεργάστηκε με τη Μαρίκα Κοτοπούλη. Εμφανιζόταν με το όνομα Ευτυχία Αλεξίου, υιοθετώντας το επίθετο του Νίκου Αλεξίου, που τη στήριξε στα πρώτα της βήματα.
Το 1932 παντρεύτηκε τον Γιώργο Παπαγιαννόπουλο – τον άνθρωπο που, όπως έλεγε, αγάπησε πραγματικά. Αυτή ήταν η πιο ήρεμη και φωτεινή περίοδος της ζωής της. Έγραφε ποιήματα, έπαιζε στο θέατρο και τότε ήρθε η πρώτη επαφή με το λαϊκό τραγούδι. Μέσα από τη Μαρίκα Νίνου, τα γραπτά της έφτασαν στον Βασίλη Τσιτσάνη και μεταμορφώθηκαν σε τραγούδια.
Η ίδια πίστευε πως το λαϊκό τραγούδι δεν συγχωρεί επιπολαιότητες. Χρειάζεται δύναμη, αλήθεια και βαθιά κατανόηση της ψυχής του λαού.
Και η απώλεια έγινε μόνιμος σύντροφος
Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 ήρθαν τα χτυπήματα. Πρώτα ο θάνατος του συζύγου της. Λίγο αργότερα, η απώλεια της κόρης της Μαίρης, ένα πλήγμα που δεν ξεπεράστηκε ποτέ. Από εκείνη τη στιγμή φόρεσε μαύρα και δεν τα αποχωρίστηκε ξανά. Σκληραίνει, απομονώνεται, αλλά συνεχίζει να γράφει.
Το τραγούδι «Δύο πόρτες έχει η ζωή» είναι δεμένο με αυτόν τον πόνο. Αν και γράφτηκε πριν τον χαμό της κόρης της, έμοιαζε σαν προφητεία. Η ίδια έλεγε πως μέσα σε αυτούς τους στίχους είχε κλείσει όλη της τη ζωή... ή καλύτερα, τη ζωή της ζωής της.
Ο μεγαλύτερος αντίπαλος
Χωρίς οικογένεια πια, η Ευτυχία δεν προσπάθησε να ξαναχτίσει τη ζωή της. Αφέθηκε στους δαίμονές της. Ο τζόγος έγινε καταφύγιο και παγίδα μαζί. Έπαιζε πόκα, ένα παιχνίδι ανδροκρατούμενο τότε, και δεν δίσταζε να προκαλεί με το στόμα και τη στάση της.
Ζούσε από τα τραγούδια της, αλλά τα πουλούσε φθηνά για να επιβιώσει. Δεν την ένοιαζαν τα δικαιώματα, ούτε η υστεροφημία. Υπέγραφε παραιτήσεις και άφηνε τα «πνευματικά της παιδιά» να φύγουν. Αργότερα, όταν γίνονταν επιτυχίες, θύμωνε, αλλά τα χρήματα είχαν χαθεί.
Συνεργάστηκε με όλους τους μεγάλους: Τσιτσάνη, Χιώτη, Καλδάρα, Χατζιδάκι και Ξαρχάκο. Τα τραγούδια της γινόντουσαν όλα επιτυχίες. Κανείς όμως δεν ξέρει ακριβώς πόσα ήταν. Οι εκτιμήσεις μιλούν για εκατοντάδες.
Η ίδια έλεγε πως ο άνθρωπος που ζει μόνο με αναμνήσεις είναι ήδη νεκρός. Κι όμως, η δική της ζωή έγινε μύθος και πραγματικότητα για όλους τους άλλους.
Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου πέθανε στις 7 Ιανουαρίου 1972, σε ηλικία 79 ετών. Στο πλευρό της είχε την εγγονή της Ρέα. Τελευταία της επιθυμία ήταν να ακούσει το «Άμαξα μες στη βροχή».
Και κάπως έτσι, μια ζωή γεμάτη πληγές, πάθη και αλήθεια, έκλεισε. Τα τραγούδια όμως έμειναν και θα μένουν, για πάντα!


