Σαν σήμερα, 14 Ιανουαρίου 2016, μία από τις πιο σοκαριστικές γυναικοκτονίες αποκαλύπτει πώς ο έρωτας και τα όνειρα κατέληξαν σε βία, φόβο και θάνατο.
Η Ανθή Λινάρδου και ο Τάσος Τσιουχάρας γνωρίστηκαν στα φοιτητικά τους χρόνια, όταν εκείνη σπούδαζε στο ΤΕΙ Μηχανολογίας στην Κοζάνη. Ο έρωτάς τους ήταν γρήγορος και έντονος. Παντρεύτηκαν στο Βελβεντό, με ένα μεγάλο γλέντι στην κεντρική εκκλησία του χωριού, και σύντομα απέκτησαν τρία παιδιά: πρώτα έναν γιο και αργότερα δίδυμες κόρες. Για καιρό, όλα έμοιαζαν ιδανικά.
Όμως, πίσω από την εικόνα της «δεμένης» οικογένειας, η ζωή της Ανθής άρχισε να γίνεται ασφυκτική. Η καθημερινότητα στο Βελβεντό, η απομόνωση από τον Πειραιά όπου είχε μεγαλώσει και κυρίως οι κακές σχέσεις με τα πεθερικά της, άρχισαν να την πνίγουν. Στα 37 της χρόνια ένιωθε εγκλωβισμένη. Κι εκεί, όπως αποδείχθηκε αργότερα, ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση.
Παραμονές Χριστουγέννων του 2015, η κατάσταση στο σπίτι είχε ήδη ξεφύγει. Η Ανθή εμφανιζόταν με σπασμένο πόδι στον γύψο. «Έπεσε από τις σκάλες», έλεγαν. Την ίδια περίοδο είχε πάρει μια απόφαση που δεν σκόπευε να αλλάξει: να φύγει από το Βελβεντό, να πάρει τα παιδιά της και να επιστρέψει στον Πειραιά, ζητώντας διαζύγιο. Το δήλωνε ανοιχτά, το έγραφε και στα social media, σαν μια σιωπηλή κραυγή βοήθειας που κανείς δεν άκουσε εγκαίρως.
Τα πράγματα χειροτέρευαν μέρα με τη μέρα. Η Ανθή είχε ξεκινήσει μαθήματα kick boxing, κανείς δεν ήξερε αν το έκανε για άμυνα, από φόβο ή για να ξεσπάσει. Λίγη σημασία είχε πια. Ο χρόνος πάγωσε οριστικά το βράδυ της 9ης Ιανουαρίου 2016.
Εκείνο το βράδυ, ενώ τα τρία παιδιά κοιμούνταν στο διπλανό δωμάτιο, το ζευγάρι καβγάδισε ξανά. Η Ανθή επέμενε πως θα φύγει. Η ένταση ξέφυγε. Εκείνος όρμησε πάνω της και την έπιασε από τον λαιμό. Η Ανθή προσπάθησε να αμυνθεί, να χρησιμοποιήσει όσα είχε μάθει. Πάλεψε. Άφησε σημάδια πάνω του. Δεν κατάφερε, όμως, να σωθεί.
Λίγα λεπτά αργότερα ήταν νεκρή. Εκείνος στάθηκε πάνω από το σώμα της, πήγε να ελέγξει αν τα παιδιά κοιμούνται και άρχισε ψυχρά να σκέφτεται τα επόμενα βήματά του.
Το επόμενο πρωί δήλωσε στην Αστυνομία την εξαφάνισή της. Είπε πως βγήκε για ένα ποτό και δεν γύρισε. Το ίδιο επανέλαβε σε φίλους της. Όσο οι μέρες περνούσαν και η Ανθή δεν έδινε σημάδι ζωής, οι φόβοι μεγάλωναν. Η Αστυνομία άρχισε να εστιάζει πάνω του. Εκείνος προσπαθούσε να δείξει συντετριμμένος, έδωσε ακόμη και συνέντευξη, ζητώντας δήθεν από τη σύζυγό του να επιστρέψει στα παιδιά της.
Την ίδια στιγμή, στο χωριό διακινούνταν άλλες ιστορίες. Ότι η Ανθή είχε φύγει με άλλον άνδρα. Ότι είχε εγκαταλείψει τα παιδιά της. Όμως τα στοιχεία δεν «έδεναν». Το κινητό της, τα προσωπικά της αντικείμενα, τα χρήματά της ήταν στο σπίτι. Οι πατερίτσες της επίσης. Και πάνω απ’ όλα, το χωράφι: ένα συγκεκριμένο σημείο που είχε οργωθεί ξανά και ξανά.
Στις 11 Ιανουαρίου, οι αστυνομικοί πήγαν μαζί του στο χωράφι. Λίγες ώρες αργότερα, βρήκαν το σώμα της Ανθής, θαμμένο πρόχειρα, με τον νάρθηκα ακόμη στο πόδι. Εκείνος προσπάθησε να φύγει τρέχοντας, αλλά συνελήφθη. Λύγισε. Ομολόγησε.
Με ψυχραιμία περιέγραψε πώς τη σκότωσε, πώς τη μετέφερε, πώς την έθαψε, πώς έκαψε τα αιματοβαμμένα σεντόνια και πώς γύρισε σπίτι και κοιμήθηκε. Δεν ζήτησε να δει τα παιδιά του. Ζήτησε μόνο νερό. Έφαγε κανονικά στο κρατητήριο.
Ο Τάσος Τσιουχάρας καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για τη γυναικοκτονία της Ανθής Λινάρδου. Η επιμέλεια των τριών παιδιών δόθηκε στην οικογένεια της Ανθής.
Σαν σήμερα, η ιστορία αυτή δεν θυμίζει απλώς ένα έγκλημα. Θυμίζει πόσο εύκολα η σιωπή, η ανοχή και η υποτίμηση των «σημαδιών» μπορούν να οδηγήσουν στο πιο βίαιο τέλος. Και πόσο αναγκαίο είναι να μην ξεχνάμε.

