Ήταν απόγευμα Παρασκευής, 3 Φεβρουαρίου 2006, όταν, σαν σήμερα, ο 11χρονος Άλεξ Μεσχισβίλι έφυγε από το κλειστό γυμναστήριο της Ελιάς στη Βέροια.
Σύμφωνα με όσα είχε πει, θα πήγαινε μέχρι το πρακτορείο ΟΠΑΠ όπου εργαζόταν ο πατριός του. Δεν έφτασε ποτέ. Η εξαφάνισή του δηλώθηκε άμεσα και μέσα σε λίγες ώρες ξεκίνησαν εκτεταμένες έρευνες. Γείτονες, φίλοι της οικογένειας και αστυνομικές δυνάμεις «χτένισαν» την περιοχή, εγκαταλελειμμένα σπίτια, αυλές και σημεία γύρω από το ρέμα της Μπαρμπούτας. Όσο περνούσε η ώρα, η αγωνία μεγάλωνε και το αρχικό σενάριο μιας απλής εξαφάνισης άρχισε να απομακρύνεται.
Οι πρώτες καταθέσεις οδήγησαν σε ομάδα συνομηλίκων που είχε βρεθεί με τον Άλεξ εκείνο το απόγευμα. Αρχικά, όλα τα παιδιά δήλωναν ότι δεν γνώριζαν τι είχε συμβεί. Στην πορεία, οι μαρτυρίες άρχισαν να παρουσιάζουν αντιφάσεις. Λεπτομέρειες άλλαζαν, χρονικά κενά εμφανίζονταν και η υπόθεση πήρε διαφορετική τροπή.
Κατά τη διάρκεια της προανακριτικής διαδικασίας, καταγράφηκαν ομολογίες που αργότερα ανακλήθηκαν, καθώς και καταγγελίες για πιέσεις κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων. Παράλληλα, στη δικογραφία περιλήφθηκε ο ισχυρισμός ότι ο Άλεξ είχε δεχθεί θανατηφόρα επίθεση σε εγκαταλελειμμένο σπίτι της περιοχής και ότι στη συνέχεια το σώμα του μεταφέρθηκε με οικοδομικό καρότσι και απορρίφθηκε στο ρέμα. Το σημείο ερευνήθηκε επανειλημμένα, χωρίς αποτέλεσμα.
Τον Φεβρουάριο του 2009, το Μονομελές Δικαστήριο Ανηλίκων Θεσσαλονίκης έκρινε πέντε ανήλικους ένοχους για μη σκοπούμενη θανατηφόρα σωματική βλάβη και περιύβριση νεκρού, επιβάλλοντας αναμορφωτικά και θεραπευτικά μέτρα. Σε μεταγενέστερο στάδιο, καταδικάστηκαν και συγγενικά πρόσωπα ανηλίκων για υπόθαλψη εγκληματία και ψευδορκία.
Παρά τη δικαστική κατάληξη, το βασικό ερώτημα δεν απαντήθηκε ποτέ: πού βρίσκεται ο Άλεξ. Η σορός του δεν βρέθηκε και η οικογένειά του δεν είχε ποτέ τη δυνατότητα να κλείσει αυτή την υπόθεση με έναν στοιχειώδη αποχαιρετισμό.
Η μητέρα του, Νατέλα Μεσχισβίλι, έχει μιλήσει δημόσια πολλές φορές για τα χρόνια που ακολούθησαν, περιγράφοντας τη σιωπή, τις καθυστερήσεις και την αίσθηση ότι η αλήθεια έμεινε μισή. Είκοσι χρόνια μετά, τίποτα δεν έχει αλλάξει ως προς το ουσιαστικό σκέλος της υπόθεσης.
Ο Άλεξ θα ήταν σήμερα 31 ετών. Η ιστορία του παραμένει μία από τις πιο σκοτεινές και ανοιχτές πληγές της σύγχρονης ελληνικής επικαιρότητας: μια εξαφάνιση που μετατράπηκε σε δικαστική υπόθεση, χωρίς όμως το πιο κρίσιμο στοιχείο, την παρουσία του ίδιου του παιδιού.
