Σαν σήμερα, 4 Φεβρουαρίου, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης κλείνει τα μάτια του, αλλά το όνομά του εξακολουθεί να παραμένει όρθιο σαν...βουνό.

Ο Γέρος του Μοριά, ο άνθρωπος που έμαθε την Ελλάδα να στέκεται στα πόδια της, αφήνει την τελευταία του πνοή ήσυχα, στο σπίτι του, ύστερα από μια ζωή γεμάτη φωτιά, αίμα και ελευθερία.

Γεννημένος το 1770, κάτω από ένα δέντρο στο Ραμαβούνι της παλιάς Μεσσηνίας, δεν γνώρισε ποτέ εύκολα χρόνια. Το βουνό έγινε σπίτι του και το όπλο προέκταση του χεριού του. Από μικρός έμαθε πως η λευτεριά δεν χαρίζεται, αλλά κερδίζεται. Και όταν ήρθε η ώρα, δεν δίστασε.

Μια ζωή αφιερωμένη στον Αγώνα

Ο Κολοκοτρώνης δεν μπήκε στην Επανάσταση για δόξα ή αξιώματα. Μπήκε γιατί πίστευε πως «ο Θεός υπέγραψε τη λευτεριά της Ελλάδας» και πως αυτή η υπογραφή δεν παίρνεται πίσω. Χωρίς στρατούς, χωρίς χρήματα, χωρίς σιγουριά. Μόνο με πίστη και πείσμα.

Και ήταν παντού.


Στο Βαλτέτσι, όταν οι Έλληνες κατάλαβαν για πρώτη φορά ότι μπορούν να νικήσουν.
Στην Τριπολιτσά, όταν ο Αγώνας απέκτησε καρδιά και κέντρο.

Στα Δερβενάκια, όταν ο Δράμαλης και η πανίσχυρη στρατιά του διαλύθηκαν από χωρικούς που έγιναν πολεμιστές μέσα σε μια νύχτα.

Ο Κολοκοτρώνης ήξερε να πολεμά, αλλά ήξερε και να εμπνέει. Να μετατρέπει τον φόβο σε θάρρος και την απελπισία σε πείσμα.

«Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»

Όταν η Επανάσταση άρχισε να σβήνει όχι από τους Τούρκους, αλλά από τον διχασμό των Ελλήνων, ο Κολοκοτρώνης στάθηκε ξανά μπροστά...χωρίς μισόλογα και διπλωματίες.

Ο εμφύλιος τον τσάκισε. Του πήρε τον γιο του, τον Πάνο. Τον έριξε στη φυλακή. Τον ταπείνωσε. Κι όμως, όταν ο Ιμπραήμ σάρωσε την Πελοπόννησο, όλοι κατάλαβαν πως μόνο ένας μπορούσε να σταθεί απέναντί του.

Βγήκε πάλι στο φως και μίλησε σκληρά. 
«Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους». Δεν ήταν εκδίκηση. Ήταν ύστατη κραυγή για να σωθεί ο Αγώνας. Και λειτούργησε. Οι Έλληνες ξαναπήραν τα όπλα. Η Επανάσταση άντεξε. Και έφτασε μέχρι το Ναβαρίνο, εκεί όπου κρίθηκε η ελευθερία.

Δίκη, δικαίωση και ήρεμο τέλος

Η πατρίδα, όμως, δεν στάθηκε πάντα γενναιόδωρη απέναντί του. Κατηγορήθηκε για προδοσία. Δικάστηκε. Καταδικάστηκε σε θάνατο. Κι όταν τον ρώτησαν τι επάγγελμα κάνει, απάντησε απλά: «Στρατιωτικός. Σαράντα εννιά χρόνια πολεμώ για την πατρίδα».

Δεν τον εκτέλεσαν. Δεν τόλμησαν.


Αποφυλακίστηκε, κουρασμένος, σχεδόν τυφλός, αλλά όρθιος. Στην Αθήνα, επιτέλους, αναγνωρίστηκε. Στρατηγός. Σύμβουλος. Τιμημένος.

Και σαν σήμερα, το 1843, μετά από μια μέρα χαράς, γέλιου και αναμνήσεων με παλιούς συντρόφους, γύρισε στο σπίτι του. Ξάπλωσε. Κοιμήθηκε. Και εκεί, ήσυχα, τον βρήκε το τέλος.