Σαν σήμερα, το 1857, στην Κέρκυρα, φεύγει από τη ζωή ο Διονύσιος Σολωμός. Ο ποιητής που έδωσε λέξεις στην Ελευθερία και έκανε τη γλώσσα του λαού ποίηση.

Ο Σολωμός, από τα πρώτα του χρόνια κουβαλούσε μια αίσθηση «εκτός τόπου». Γεννημένος στη Ζάκυνθο, εξώγαμος, με μια παιδική ηλικία σπασμένη ανάμεσα σε απουσίες και σιωπές, μεγάλωσε νωρίς. Πολύ νωρίς. Στα δέκα του χρόνια βρέθηκε στην Ιταλία, μακριά από πατρίδα και ρίζες, για να σπουδάσει. Εκεί γνώρισε την ευρωπαϊκή σκέψη, τον ρομαντισμό, τη λογοτεχνία, εκεί έμαθε να... γράφει!

Όταν επέστρεψε στα Επτάνησα, η Ελλάδα καιγόταν. Η Επανάσταση είχε ανάψει φωτιές όχι μόνο στα βουνά, αλλά και στις ψυχές. Και τότε ο Σολωμός έκανε κάτι που έμελλε να αλλάξει τα πάντα, στράφηκε συνειδητά στη δημοτική γλώσσα. Στη γλώσσα που μιλούσαν οι άνθρωποι γύρω του. Στη γλώσσα που πονούσε, που ελπίζε, που πολεμούσε.

Δεν ήταν άνθρωπος των δημοσίων εμφανίσεων. Δεν ταξίδεψε στην ελεύθερη Ελλάδα, δεν στάθηκε σε εξέδρες, δεν ύψωσε τη φωνή του σε πανηγυρικούς λόγους. Η επανάστασή του ήταν εσωτερική. Έγραφε, διόρθωνε, ξανάγραφε. Πάλευε με τις λέξεις όπως άλλοι πάλευαν με τα όπλα. Μοναχικός, αυστηρός με τον εαυτό του, ανήσυχος μέχρι τέλους.

Και μέσα σε αυτή τη σιωπηλή πάλη γεννήθηκε ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν».
Ένα ποίημα γραμμένο από έναν νέο άνθρωπο, αλλά με τη σοφία αιώνων. Εκεί, η Ελευθερία δεν είναι αφηρημένη έννοια, έχει πρόσωπο, μνήμη, πληγές. Αναδύεται μέσα από αίμα, θυσίες, εμφύλιες διχόνοιες και ευρωπαϊκή αδιαφορία. Είναι σκληρή, απαιτητική, αλλά ζωντανή.

Ο Σολωμός δεν πρόλαβε να δει το έργο του να αποκτά τον ρόλο που όλοι γνωρίζουμε σήμερα. Πέθανε ύστερα από αλλεπάλληλα εγκεφαλικά επεισόδια, σε ηλικία 59 ετών. Όμως η φωνή του δεν σώπασε ποτέ. Ζει κάθε φορά που ακούγονται οι πρώτοι στίχοι του εθνικού ύμνου. Ζει κάθε φορά που η ελληνική γλώσσα διεκδικεί τον χώρο και την αξία της.

Για αυτό και κάθε σαν σήμερα, θυμόμαστε έναν άνθρωπο που απέδειξε πως οι λέξεις μπορούν να γίνουν πατρίδα.