Σαν σήμερα, στις 5 Φεβρουαρίου 2014 πέθανε η Τζένη Βάνου. Μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές του ελληνικού τραγουδιού, με καριέρα που περιλαμβάνει τόσο τις μεγάλες επιτυχίες όσο και περιόδους λιγότερο γνωστές.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60, ενώ η φωνή της ήταν στα καλύτερά της, η Βάνου βρέθηκε χωρίς ξεκάθαρο προσανατολισμό. Η δισκογραφία της σκορπισμένη σε εταιρείες, τα τραγούδια κυρίως σε 45άρια, ένα μόνο LP, και μια αίσθηση ότι κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς να την κάνει. Το ελαφρό τραγούδι τελείωνε, το λαϊκό δεν της ταίριαζε πραγματικά, και η ίδια έμοιαζε να τραγουδά πιο «χαμηλά» απ’ όσο άντεχε η φωνή της.



Κι όμως, εκείνη την περίοδο που όλα έδειχναν να στενεύουν, η Τζένη Βάνου ηχογραφεί ίσως τα πιο παράξενα –και σήμερα τα πιο ενδιαφέροντα– τραγούδια της. Στη μικρή, σχεδόν άγνωστη τότε, Βεντέττα, βγάζει κομμάτια που ακουμπάνε την τζαζ, την ποπ, ακόμη και το blues. Τραγούδια που δεν έγιναν επιτυχίες, δεν έπαιξαν στα κέντρα, δεν τα σιγοτραγούδησε ο κόσμος. Τραγούδια που έμειναν πίσω, σαν να γράφτηκαν για άλλη εποχή ή για άλλο κοινό.

Το «Σ’ αγαπώ» του Μαμαγκάκη ήταν η εξαίρεση.
Έγινε επιτυχία, αλλά σχεδόν χωρίς την ίδια παρούσα. Λίγο μετά, φεύγει για την Αμερική, προσπαθώντας απλώς να σταθεί επαγγελματικά. Τραγουδά για Έλληνες της ομογένειας, ηχογραφεί αγγλόφωνα, πειραματίζεται, αλλά τίποτα δεν πιάνει πραγματικά. Επιστρέφει το ’71 στην Ελλάδα σχεδόν από το μηδέν.



Κι εκεί αλλάζει ξανά η πορεία. Ο Τόλης Βοσκόπουλος της γράφει τραγούδια, η Minos της δίνει χώρο, και η Τζένη Βάνου μπαίνει στην τροχιά που όλοι ξέρουμε. Τα ελαφρολαϊκά, τα μεγάλα σουξέ, τα LP που πουλάνε, τα χρόνια της καθολικής αποδοχής. Εκεί χτίζεται ο μύθος.

Αλλά κάπου στο πλάι, σχεδόν κρυφά, υπάρχουν εκείνες οι ηχογραφήσεις των σίξτις.
Τα τζαζ και ποπ κομμάτια που βγήκαν αργότερα σε δίσκους της Panivar, όταν πια ήταν ξεπερασμένα για την εποχή τους και αδιάφορα για το κοινό της Μεταπολίτευσης. Τραγούδια που δεν είχαν τύχη τότε, αλλά σήμερα ακούγονται αλλιώς. Πιο καθαρά. Πιο ειλικρινά.

Εκεί, μέσα σ’ αυτά τα κομμάτια, ακούς μια Τζένη Βάνου διαφορετική. Λιγότερο «σταρ», περισσότερο τραγουδίστρια. Να παίζει με ρυθμούς, να ανεβαίνει εκεί που πρέπει, να δοκιμάζει πράγματα που δεν της επέτρεψαν να συνεχίσει.

Η Τζένη Βάνου άφησε πίσω της τραγούδια που αγαπήθηκαν πολύ και άλλα που χρειάστηκαν δεκαετίες για να ακουστούν σωστά. Και ίσως αυτό να είναι το πιο δίκαιο κλείσιμο για μια φωνή που δεν χωρούσε πάντα στον καιρό της, αλλά δεν έπαψε ποτέ να επιμένει.