Σαν σήμερα, 15 Ιανουαρίου 1850, ο Πειραιάς ξυπνά και βλέπει τη θάλασσά του να «κλείνει».

Βρετανικά πολεμικά πλοία αγκυροβολούν ανοιχτά, χωρίς να έχει προηγηθεί κήρυξη πολέμου. Μέσα σε λίγες ημέρες το εμπόριο παγώνει, η τροφοδοσία της Αθήνας δυσκολεύει και το νεαρό ελληνικό κράτος καταλαβαίνει, με τον πιο σκληρό τρόπο, πόσο εύκολα η «προστασία» των Μεγάλων Δυνάμεων μπορεί να μετατραπεί σε ωμή πίεση. Η αφορμή λέγεται Δαβίδ Πατσίφικο. Η ουσία, όμως, είναι ένα διεθνές μήνυμα ισχύος.

Η σπίθα που άναψε το Πάσχα

Ο Δαβίδ Πατσίφικο, Πορτογάλος Εβραίος έμπορος και διπλωμάτης, με θητεία ως πρόξενος της Πορτογαλίας, ζει στην Αθήνα. Επειδή είχε γεννηθεί στο Γιβραλτάρ, θεωρείται Βρετανός υπήκοος, μια λεπτομέρεια που θα αποδειχθεί καθοριστική.

Το Πάσχα του 1847, οι Αρχές επιχειρούν να περιορίσουν το έθιμο της καύσης του ομοιώματος του Ιούδα, φοβούμενες διπλωματική αμηχανία λόγω της παρουσίας του τραπεζίτη Τζέιμς Μάγιερ Ρότσιλντ στην πόλη. Για πολλούς, η κίνηση αυτή μοιάζει με παρέμβαση στην παράδοση.

Η ένταση φουντώνει, κάποιοι επιμένουν να τηρήσουν το έθιμο ως αντίδραση και τα πράγματα ξεφεύγουν, ένα εξαγριωμένο πλήθος λεηλατεί το σπίτι του Πατσίφικο. Στις αφηγήσεις της εποχής μένει και η αίσθηση ότι η αστυνομία δεν παρενέβη όσο έπρεπε.

Από μια αποζημίωση σε διεθνή κρίση

Ο Πατσίφικο ζητά αποζημίωση και παρουσιάζει αναλυτικές αξιώσεις που προκαλούν αντιδράσεις ως υπερβολικές. Σε μία εκδοχή, το ποσό φτάνει τις περίπου 886.736 δραχμές, ένα αστρονομικό νούμερο για την εποχή, ισοδύναμο με δεκάδες χιλιάδες λίρες.

Καθώς η υπόθεση σέρνεται, τα ίδια τα βρετανικά έγγραφα δείχνουν ότι οι απαιτήσεις «μαζεύονται». Η τελική απαίτηση που προβάλλεται από το Λονδίνο εμφανίζεται γύρω στις 5.000 λίρες, μαζί με άλλα, μικρότερα αιτήματα που εντάσσονται στο ίδιο πακέτο πιέσεων.

Για την ελληνική κυβέρνηση, το ζήτημα είναι απλό, ήταν μια οικονομική απαίτηση πρέπει να κριθεί από τα ελληνικά δικαστήρια και να αποζημιωθεί ό,τι αποδειχθεί. Για τον λόρδο Πάλμερστον, υπουργό Εξωτερικών της Βρετανίας, το θέμα αγγίζει κάτι πολύ μεγαλύτερο, το κύρος της Αυτοκρατορίας και το μήνυμα ότι οι Βρετανοί υπήκοοι «δεν μένουν ποτέ μόνοι».

Τα «Παρκερικά»

Στις 15 Ιανουαρίου 1850 (3 Ιανουαρίου με το παλαιό ημερολόγιο), ο βρετανικός στόλος εμφανίζεται στον Πειραιά υπό τον ναύαρχο Πάρκερ. Την επόμενη ημέρα επιδίδεται τελεσίγραφο με διορία μόλις 24 ωρών. Όταν η Αθήνα δεν υποχωρεί, ξεκινά ένας σκληρός ναυτικός αποκλεισμός.

Στην ελληνική ιστορία θα μείνει ως τα «Παρκερικά». Η ελληνική σημαία σχεδόν εξαφανίζεται από τα νερά, η εμπορική κίνηση σταματά και η οικονομία της πρωτεύουσας πιέζεται ασφυκτικά. Μια χώρα που εξαρτάται σχεδόν ολοκληρωτικά από τη θάλασσα νιώθει να στραγγαλίζεται. Οι Βρετανοί προχωρούν σε κρατήσεις και κατασχέσεις 100 έως 200 ελληνικών εμπορικών σκαφών.

Όμως, η υπόθεση Πατσίφικο δεν μένει μόνη της. Ο Πάλμερστον προσθέτει παλαιότερες αξιώσεις που αφορούν βρετανικά συμφέροντα και το καθεστώς του προτεκτοράτου στα Ιόνια. Στο τραπέζι μπαίνουν διεκδικήσεις για τη Σαπιέντζα και την Ελαφόνησο, αποζημιώσεις για ληστείες βρετανικών πλοίων, καταγγελίες για προσβολή της βρετανικής σημαίας, κακομεταχείριση Ιόνιων υπηκόων και ακόμη το ζήτημα της γης του ιστορικού Τζορτζ Φίνλεϊ που είχε ενσωματωθεί στους βασιλικούς κήπους χωρίς αποζημίωση.

Έτσι, στην Αθήνα γίνεται σαφές ότι δεν πρόκειται για μια «ιδιωτική διαφορά». Είναι καταναγκασμός με τελεσίγραφα, ασφυκτικές προθεσμίες και απειλή αντιποίνων, κάτι που αποτυπώνεται ακόμη και στις συζητήσεις του ίδιου του βρετανικού Κοινοβουλίου.

Η Ευρώπη σε αναβρασμό και το Λονδίνο διχασμένο

Η Ελλάδα τελεί υπό την κοινή «προστασία» Βρετανίας, Γαλλίας και Ρωσίας. Ο μονομερής αποκλεισμός μετατρέπεται γρήγορα σε ευρωπαϊκή τριβή. Προτάσεις διαμεσολάβησης καταγράφονται, χωρίς όμως να αποτρέπουν την κλιμάκωση.

Στο Λονδίνο, η υπόθεση προκαλεί πολιτική θύελλα. Οι επικριτές μιλούν για δυσανάλογη «διπλωματία των κανονιοφόρων». Οι υποστηρικτές επικαλούνται το κύρος της Αυτοκρατορίας και επαναλαμβάνουν το περίφημο «Civis Romanus sum»: ο Βρετανός υπήκοος πρέπει να αισθάνεται προστατευμένος παντού.

Η τελική εκτόνωση...

Στην πράξη, η πίεση συνεχίζεται με κατασχέσεις και εμπάργκο. Πρώτα στοχοποιούνται κρατικά σκάφη και έπειτα μπαίνουν στο «κάδρο» και ιδιωτικά πλοία, ώστε να λυγίσει οικονομικά η Αθήνα. Σε κοινοβουλευτική αναφορά του 1850 σημειώνεται ότι μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου κρατούνται περίπου 47 ελληνικά πλοία.

Η διέξοδος έρχεται τελικά μέσω συμβιβασμού. Οι αξιώσεις εξετάζονται και η τελική αποζημίωση για τον Πατσίφικο «μικραίνει» θεαματικά: 120.000 δραχμές και 500 λίρες, μετά τον έλεγχο των απαιτήσεων.

Και κάπως έτσι τα «Παρκερικά» έμειναν ως ένα μάθημα ωμής ισχύος, όταν μία προστατευτική σχέση γίνεται μοχλός πίεσης και ένα νεαρό κράτος καταλήγει οικονομικά με την πλάτη στον τοίχο μέσα από ναυτικούς αποκλεισμούς, μετατρέποντας ένα τοπικό επεισόδιο σε διεθνή κρίση.