Σαν σήμερα, 26 Ιανουαρίου 1998, ο Λευκός Οίκος έμοιαζε περισσότερο με δικαστική αίθουσα παρά με κέντρο εξουσίας.

Ο Μπιλ Κλίντον στάθηκε μπροστά στους δημοσιογράφους, εμφανώς πιεσμένος, και ξεστόμισε τη φράση που έμελλε να τον ακολουθεί για πάντα: «Δεν είχα σεξουαλικές σχέσεις με αυτήν τη γυναίκα, τη δεσποινίδα Λεβίνσκι». Τα λόγια ειπώθηκαν κοφτά, με έμφαση, σαν να μπορούσαν από μόνα τους να σταματήσουν αυτό που ήδη είχε ξεκινήσει.

Η υπόθεση Λεβίνσκι δεν προέκυψε από το πουθενά. Ήταν παρακλάδι μιας άλλης δικαστικής εκκρεμότητας, της αγωγής της Πόλα Τζόουνς, η οποία κατηγορούσε τον Κλίντον για σεξουαλική παρενόχληση την εποχή που ήταν κυβερνήτης του Αρκάνσας. Στο πλαίσιο αυτής της υπόθεσης, ο πρόεδρος είχε καταθέσει ενόρκως, αρνούμενος οποιαδήποτε εξωσυζυγική σχέση με υπαλλήλους του Λευκού Οίκου, μια λεπτομέρεια που αργότερα θα αποδεικνυόταν κρίσιμη.

Η Μόνικα Λεβίνσκι ήταν τότε 24 ετών, ασκούμενη, χωρίς πολιτική ισχύ ή εμπειρία. Όταν μίλησε στη Λίντα Τριπ, δεν φανταζόταν ότι οι συνομιλίες τους θα κατέληγαν ηχογραφημένες στα χέρια του ανεξάρτητου εισαγγελέα Κένεθ Σταρ. Ο Σταρ, αρχικά διορισμένος για να ερευνήσει οικονομικές υποθέσεις των Κλίντον, βρέθηκε ξαφνικά στο κέντρο ενός καθαρά πολιτικού και προσωπικού σκανδάλου.

Το διαδίκτυο έπαιξε για πρώτη φορά τόσο κεντρικό ρόλο σε πολιτική κρίση. Το Drudge Report δημοσίευσε πρώτο την ιστορία, παρακάμπτοντας τα παραδοσιακά φίλτρα των μεγάλων ΜΜΕ. Μέσα σε ώρες, το θέμα είχε γίνει παγκόσμιο πρωτοσέλιδο. Η εποχή της 24ωρης ενημέρωσης και της ψηφιακής διαρροής είχε μόλις δείξει τα δόντια της.

Το περίφημο μπλε φόρεμα, που η Λεβίνσκι δεν είχε πλύνει, αποδείχθηκε καθοριστικό. Η εργαστηριακή ανάλυση επιβεβαίωσε την παρουσία DNA του Κλίντον, καταρρίπτοντας κάθε περιθώριο αμφισβήτησης. Από εκείνη τη στιγμή, το ζήτημα δεν ήταν πια η σχέση αυτή καθαυτή, αλλά αν ο πρόεδρος είχε πει ψέματα υπό όρκο.

Στις 17 Αυγούστου 1998, ο Κλίντον παραδέχθηκε δημόσια την αλήθεια. Δεν ζήτησε συγγνώμη με συναισθηματικές εξάρσεις, μίλησε ψυχρά, σχεδόν νομικά, για «ανάρμοστη σχέση» και «προσωπική αποτυχία». Την ίδια μέρα κατέθεσε ενώπιον του μεγάλου ενόρκου σώματος, σε μια πρωτοφανή διαδικασία για εν ενεργεία πρόεδρο.

Το πόρισμα Σταρ, γνωστό ως Starr Report, δόθηκε στη δημοσιότητα και περιέγραφε με ωμές λεπτομέρειες τη σχέση, προκαλώντας σοκ αλλά και έντονες αντιδράσεις για το ύφος και τα όρια της έρευνας. Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε υπέρ της παραπομπής του Κλίντον με κατηγορίες για ψευδορκία και παρεμπόδιση της δικαιοσύνης.

Στη Γερουσία, ωστόσο, δεν συγκεντρώθηκε η απαιτούμενη πλειοψηφία των δύο τρίτων και ο πρόεδρος αθωώθηκε.


Παρά το σκάνδαλο, η δημοτικότητά του παρέμεινε υψηλή και η Χίλαρι Κλίντον στάθηκε δημόσια στο πλευρό του, μιλώντας για «δεξιά συνωμοσία», μια φράση που επίσης έμεινε στην ιστορία.

Η Μόνικα Λεβίνσκι πλήρωσε βαρύ τίμημα. Χλευασμός, αποκλεισμός, επαγγελματική καταστροφή. Χρόνια αργότερα επανεμφανίστηκε με δική της φωνή, μιλώντας για τον δημόσιο διασυρμό και τον ρόλο των ΜΜΕ και του διαδικτύου. Ο Κλίντον, από την άλλη, συνέχισε να είναι παρών στην πολιτική και διεθνή σκηνή, όμως το συγκεκριμένο επεισόδιο δεν έπαψε ποτέ να συνοδεύει το όνομά του.

Και κάπως έτσι, η 26η Ιανουαρίου έμεινε ως η μέρα που μια φράση ειπώθηκε με απόλυτη βεβαιότητα και κατέρρευσε λίγους μήνες αργότερα, γράφοντας ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα κεφάλαια της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας.