Σαν σήμερα, 12 Ιανουαρίου, έρχεται στον κόσμο ένας άνθρωπος που έμελλε να γράψει ιστορία χωρίς ποτέ να το επιδιώξει.

Ο Σπύρος Λούης γεννιέται στο Μαρούσι το 1873, σε μια φτωχή οικογένεια, και από μικρός μαθαίνει τι σημαίνει κόπος. Βοηθά τον πατέρα του, νερουλάς στο επάγγελμα, κουβαλώντας νερό στα στενά της περιοχής. Τίποτα δεν προμήνυε πως αυτό το παιδί θα γινόταν σύμβολο του αθλητισμού σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Η αντοχή του φάνηκε όταν κατατάχθηκε στον στρατό. Εκεί, ανάμεσα στις αγγαρείες και τις πορείες, ξεχώρισε για τη δύναμη και την επιμονή του. Ο θρύλος λέει πως, υπηρετώντας σε στρατόπεδο της Αθήνας, περπατούσε ή μάλλον έτρεχε, μέχρι το Μαρούσι για να δει τους γονείς του. Μια μέρα, ξεχνώντας το πηλήκιό του στο σπίτι, έκανε ολόκληρη τη διαδρομή πήγαινε-έλα μέσα σε λίγες ώρες, μόνο και μόνο για να είναι στην ώρα του στην αναφορά. Αυτό το κατόρθωμα δεν πέρασε απαρατήρητο.

Ο διοικητής του, Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, διέκρινε κάτι ξεχωριστό σε εκείνον τον λιγομίλητο στρατιώτη. Λίγα χρόνια αργότερα, λίγο πριν τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 1896, τον έπεισε να δοκιμάσει στον Μαραθώνιο. Χωρίς προετοιμασία, χωρίς προκριματικούς, σχεδόν «αθόρυβα», ο Σπύρος Λούης μπήκε στη λίστα των αθλητών.

Και τότε συνέβη το απίστευτο. Μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες θεατές στο Καλλιμάρμαρο, ο Λούης τερμάτισε πρώτος. Ένας απλός άνθρωπος, χωρίς προπονήσεις και μεγάλες φιλοδοξίες, έγινε Ολυμπιονίκης και αποθεώθηκε σαν ήρωας. Οι φήμες δεν άργησαν να εμφανιστούν, κάποιοι είπαν πως γνώριζε τους δρόμους, άλλοι πως «εξαφανίστηκε» και ξαναφάνηκε στο τέλος. Τίποτα όμως δεν αποδείχθηκε ποτέ. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι είχε κερδίσει τον πιο εμβληματικό αγώνα.

Παρά τη δόξα, ο Σπύρος Λούης δεν ξαναέτρεξε ποτέ. Επέστρεψε στο Μαρούσι και έζησε μια ήσυχη ζωή, κάνοντας απλές δουλειές, μακριά από τα φώτα. Όμως ο μύθος του συνέχιζε να τον ακολουθεί. Σε κάθε επίσημη εμφάνιση φορούσε τη φουστανέλα του και στο στήθος κρεμόταν το χρυσό μετάλλιο του Μαραθωνίου.

Έτσι εμφανίστηκε και το 1936 στο Βερολίνο, όταν προσκλήθηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες από τον ίδιο τον Αδόλφο Χίτλερ, ως ζωντανό σύμβολο των πρώτων Αγώνων της σύγχρονης εποχής. Κατά τη συνάντησή τους, ο Λούης δεν ύψωσε ναζιστικό χαιρετισμό. Αντίθετα, πρόσφερε στον Γερμανό ηγέτη ένα κλαδί ελιάς ένα απλό, αλλά βαθιά συμβολικό μήνυμα ειρήνης.

Χρόνια αργότερα, όταν τον ρώτησαν τι είπαν μεταξύ τους, η απάντησή του ήταν τόσο λιτή όσο και ο ίδιος, μίλησαν για τα συνηθισμένα, για την υγεία και την οικογένεια. Όπως ακριβώς θα μιλούσε ένας απλός άνθρωπος.

Ο Σπύρος Λούης έζησε και πέθανε φτωχός. Μα άφησε πίσω του κάτι πολύ μεγαλύτερο από πλούτη, άφησε έναν μύθο που ξεκίνησε από τα χώματα του Μαραθώνα και έφτασε να γίνει κομμάτι της παγκόσμιας ιστορίας.