Σαν σήμερα το 1915 γεννήθηκε στα Τρίκαλα ο Βασίλης Τσιτσάνης από Ηπειρώτες γονείς, οι οποίοι κατέβηκαν από τα Άγραφα.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες λαϊκούς τραγουδιστές, συνθέτες και στιχουργούς του 20ού αιώνα, γι’ αυτό και τα τραγούδια ακούγονται μέχρι και σήμερα. Ήταν μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού.

Από μικρή ηλικία ήτανε αυτοδίδακτος στη μουσική και έμαθε να παίζει μόνος του έγχορδα της εποχής μαντολίνο και μπουζούκι.

Σε ηλικία 25 χρόνων το 1940 ο Τσιτσάνης κατέβηκε στην Αθήνα για μια καλύτερη ζωή.

Αργότερα κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη, όπου για τέσσερα χρόνια (1944-1946) είχε δικό του μαγαζί, το «Ουζερί ο Τσιτσάνης» στην οδό Παύλου Μελά 22, που έγινε διάσημο. Εκεί έγραψε μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του, τα οποία ηχογραφήθηκαν μετά τη λήξη του πολέμου, όπως τη «Συννεφιασμένη Κυριακή».

Το παίξιμό του όμως στο μπουζούκι ήτανε αξιοθαύμαστο. Οι πρώτες του επιρροές είναι τα τραγούδια του Βαγγέλη Παπάζογλου και του Μάρκου Βαμβακάρη. Η πρώτη του εμφάνιση πραγματοποιήθηκε στο μαγαζί «Μπιζέλια». Σύντομα γνώρισε τον Δημήτρη Περδικόπουλο, που τον πήγε στην Odeon, όπου έλαβε μέρος σε ηχογραφήσεις δημοτικών τραγουδιών παίζοντας μπουζούκι.

Τον Ιούλιο του 1942 παντρεύτηκε τη Ζωή Σαμαρά από τα Γρεβενά. Κουμπάρος του Τσιτσάνη ήταν ο προσωπικός φίλος Νικόλαος Μουσχουντής, ο οποίος ήταν και διοικητής Χωροφυλακής της Θεσσαλονίκης, αλλά και θαυμαστής του έργου του Τσιτσάνη και γενικώς του ρεμπέτικου τραγουδιού. Απέκτησε μια κόρη, τη Βικτώρια και έναν γιο, τον Κώστα.

Το 1946 επέστρεψε στην Αθήνα και άρχισε να ηχογραφεί ξανά. Δίπλα του έγιναν ευρέως γνωστές, τραγουδίστριες όπως η Σωτηρία Μπέλλου, η Ιωάννα Γεωργακοπούλου, η Μαρίκα Νίνου, αλλά και ο τραγουδιστής Πρόδρομος Τσαουσάκης.

Το 1947 η Σωτηρία Μπέλλου προσελήφθη ως τραγουδίστρια στο κέντρο διασκέδασης της Αθήνας όπου εμφανιζόταν ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο οποίος και την ανακάλυψε ως ιδιαίτερη φωνή.

Τα επόμενα χρόνια ο Τσιτσάνης γνώρισε ευρύτατη αποδοχή. Ειδικά μετά την πτώση της Χούντας, είχε ξεκινήσει συναυλίες σε στάδια και ανοιχτούς χώρους, κάτι που συνέβαινε πρώτη φορά για λαϊκά τραγούδια. Η τελευταία του δημόσια εμφάνιση σε ανοιχτό χώρο, ήταν σε τιμητική εκδήλωση του Δήμου Νίκαιας, σε συνεργασία του δημάρχου Στέλιου Λογοθέτη με τον Μίκη Θεοδωράκη για τη διοργάνωση του πρώτου πολιτιστικού καλοκαιριού στην Ελλάδα.

Απεβίωσε στις 18 Ιανουαρίου 1984, την ημέρα των 69ων γενεθλίων του, σε νοσοκομείο του Λονδίνου, έπειτα από επιπλοκές σε εγχείρηση στους πνεύμονες λόγω καρκίνου. Κηδεύτηκε στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών δημοσία δαπάνη.

Κατά τον μουσικολόγο Λάμπρο Λιάβα, ο Τσιτσάνης «έβγαλε το λαϊκό τραγούδι από τα όρια του περιθωρίου, όπου το είχαν τάξει τα αντικοινωνικά και ανατολίτικα στοιχεία του, για να το εντάξει στην καινούργια κοινωνική πραγματικότητα της μεταπολεμικής Ελλάδος.

Καθιέρωσε νέο ύφος παιξίματος και τραγουδιού με τον εξευρωπαϊσμό-συγκερασμό των κλιμάκων, αρμονίες με δεύτερες και τρίτες φωνές, εμπλουτισμένη ενορχήστρωση και καινοτομίες στην ποιητική δομή, όπου για πρώτη φορά το λαϊκό τραγούδι απoμακρύνθηκε από τις παραδοσιακές φόρμες του δίστιχου επισημοποιώντας το ρόλο του ρεφρέν».