Το σύνθημα «το είπαμε, το κάναμε είναι διαβατήριο αξιοπιστίας για όσα σχεδιάσουμε να κάνουμε αύριο» είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα του Συνεδρίου.

Στην εναρκτήρια ομιλία του στο 16ο Συνέδριο της ΝΔ, στις 15 Μαΐου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε το πρόγραμμα με το οποίο διεκδίκησε την ψήφο των πολιτών στις εκλογές του 2023 λέγοντας ότι όποιος το διαβάσει –ή το ξαναδιαβάσει– θα διαπιστώσει ότι οι δεσμεύσεις που καταγράφονται σε αυτό έγιναν ή γίνονται πράξη.

Τόνισε, μάλιστα, ότι το σύνθημα «το είπαμε, το κάναμε» επί της ουσίας «είναι διαβατήριο αξιοπιστίας για όσα σχεδιάσουμε να κάνουμε αύριο», δείχνοντας με σαφήνεια ότι στόχος του είναι η θετική ψήφος των πολιτών, σε αντίθεση, θα λέγαμε, με την αντιπολίτευση που σύσσωμη αναζητεί την αρνητική ψήφο, με το κάθε κόμμα να επιδιώκει να την κερδίσει σε βάρος των υπολοίπων.

Η πραγματικότητα είναι ότι τα τελευταία επτά χρόνια έχει γίνει έργο, και μάλιστα σημαντικό. Παρά τις κρίσεις, που είναι διεθνείς και πλήττουν χώρες που μέχρι πρόσφατα χαρακτηρίζονταν ως πυλώνες της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας οικονομίας, παρά τα όποια λάθη και τις παραλείψεις που αναγνωρίζονται και διορθώνονται, ουδείς μπορεί να υποστηρίξει ότι η Ελλάδα δεν έχει αλλάξει.

Στην παιδεία, στις υποδομές, στην υγεία, όπου έχει υλοποιηθεί ένα έργο όμοιο του οποίου δεν έχει υπάρξει στο παρελθόν, στην ψηφιακή διακυβέρνηση με το gov.gr αυτό που έχει ν’ αναδείξει αυτή η κυβέρνηση λέγεται απτό αποτέλεσμα. Είναι τα λεγόμενα παραδοτέα, που στο τέλος της ημέρας θα μπουν μπροστά για να κρίνουν οι πολίτες.

Ναι, η ακρίβεια παραμένει μείζονος σημασίας πρόβλημα. Ναι, είναι μια εισαγόμενη κρίση, που συντηρείται όμως και λαμβάνει μεγαλύτερες ίσως διαστάσεις και λόγω εσωτερικών παραγόντων. Μόνο που το να λες ότι θα την πατάξεις με έναν νόμο και ένα άρθρο ή να εμφανίζεσαι πως θα την αντιμετωπίσεις με ένα μαγικό ραβδί δύσκολα πείθει. Τουλάχιστον δυσκολότερα απ’ ό,τι πείστηκαν στο παρελθόν οι «Αγανακτισμένοι» από τα επαναστατικά συνθήματα που στην πορεία ονομάστηκαν από τους κομιστές τους ως αυταπάτες.

Μπορούν η πραγματικότητα και τα δεδομένα να κοντράρουν τον λαϊκισμό όμως; Εδώ το θέμα αφορά τους πολίτες που θα κληθούν ν’ αποφασίσουν πώς θα χρησιμοποιήσουν την ψήφο τους όταν γίνουν εκλογές. Αν θα απαιτήσουν συνέχεια και προοπτική με δεσμεύσεις και εφαρμογή τους ή αν θα μπουν σε εκείνον τον χορό που κάποιοι χτυπούσαν νταούλια για να χορεύουν οι αγορές με τα γνωστά αποτελέσματα.

Βέβαια, κάποιοι θα πουν «ποιος θα ασχοληθεί με τις δεσμεύσεις του 2023 και τα παραδοτέα του 2027;». Σωστό και αυτό. Όμως, κάποια στιγμή θα πρέπει και οι πολίτες, όλοι εμείς δηλαδή, να αποφασίσουμε τι θέλουμε και τι ζητάμε από μια κυβέρνηση, την όποια κυβέρνηση. Και κατά πόσο επιδιώκουμε να αφήσουμε μια παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές, στα παιδιά μας, που δεν θα συνδέεται με χρέη αλλά με σταθερότητα και ασφάλεια.

Ένα είναι βέβαιο. Ότι τη μεγάλη σιωπηρή πλειοψηφία αυτής της χώρας δεν την αφορούν προσωπικές αγωνίες πολιτικής επιβίωσης και δεν προτίθεται να αποτελέσει το πολιτικό σωσίβιο ή σκαλί για να χτιστούν πολιτικές καριέρες μέσα από την εργαλειοποίηση της όποιας αγανάκτησης δημιουργούν οι κατά διαστήματα δύσκολες συνθήκες της καθημερινότητας.

Πάντως, σιγά σιγά διαμορφώνονται και αναδιατάσσονται οι διάφορες δυνάμεις, και αυτό είναι καλό. Για να ξέρουμε με ποιους έχουμε να κάνουμε και τι προτείνουν για την επόμενη ημέρα...

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».