Οι ψηφοφόροι θα κληθούν να αποφασίσουν αν επιλέγουν τη σταθερότητα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό και οικονομικό σκηνικό και αν επενδύουν στην προοπτική με το βλέμμα στην επόμενη ημέρα.
Μπορεί τα διάφορα σενάρια που γράφονται και αναπαράγονται σχετικά με τις επόμενες εκλογές να κινούνται με βάση το σκεπτικό ότι θα χρειαστούν δύο εκλογικές μάχες –τουλάχιστον– καθώς και ότι δεν θα προκύψει αυτοδύναμο κυβερνητικό σχήμα, εν τούτοις ακόμη και οι δημοσκόποι και οι αναλυτές δεν μπορούν να αποκλείσουν αυτό το ενδεχόμενο. Πολύ περισσότερο τη στιγμή που τα σημερινά δημοσκοπικά στοιχεία κινούνται στο πλαίσιο ενός πρωτόγνωρου πολιτικού σκηνικού κυρίως σε ό,τι αφορά την απουσία του δεύτερου πόλου.
Να ξεκαθαρίσουμε πρώτα απ’ όλα –μια ακόμη φορά μάλλον– ότι δεν υπάρχουν δύο ή τρεις εκλογικές μάχες. Οι εθνικές εκλογές δεν διεξάγονται σε γύρους, εκτός αν δεν υπάρξει αυτοδύναμη κυβέρνηση ή δεν προκύψει από συνεργασίες. Η εκλογική μάχη γίνεται σε μια Κυριακή. Από εκεί και πέρα, προκύπτουν άλλα θέματα άμεσα συνδεδεμένα και με την πορεία της χώρας αλλά και με θέματα που σχετίζονται με την εξωτερική πολιτική.
Στο πλαίσιο αυτό οι πολίτες θα κληθούν να αποφασίσουν τι θέλουν για τους ίδιους και για τη χώρα. Να πουν δηλαδή πού ακριβώς στοχεύουν, αν επιλέγουν τη σταθερότητα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό και οικονομικό σκηνικό που ακουμπά σε μεγάλο μέρος τις ζωές μας και αν επενδύουν στην προοπτική με το βλέμμα στην επόμενη ημέρα.
Δεν πρόκειται για οποιουδήποτε είδους κινδυνολογία, αλλά για πραγματικά δεδομένα. Για καταστάσεις που όλοι βιώνουμε στην καθημερινότητα και που οι περισσότεροι παρακολουθούν να εξελίσσονται σε διεθνές επίπεδο και στην ευρύτερη περιοχή μας. Και που σίγουρα μετρούν όταν ο καθένας βρίσκεται αντιμέτωπος με την κάλπη και την απόφαση για το ποιος και πώς θα ηγηθεί της χώρας.
Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι οι αναλύσεις, με βάση τις δημοσκοπήσεις βέβαια, γίνονται σε ένα πλαίσιο που προκαταλαμβάνει το ενδεχόμενο να μην υπάρξει αυτοδυναμία δύναται να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα που θα διαμορφωθεί. Και σίγουρα να μη λαμβάνεται υπόψη η λεγόμενη σιωπηρή πλειοψηφία που συνήθως καθορίζει και τις εξελίξεις χωρίς φωνές, χωρίς κραυγές και χωρίς επαναστατικές γυμναστικές.
Η αλήθεια είναι ότι όσο η συζήτηση κινείται γύρω από ενδεχόμενες συνεργασίες κυβερνητικές τόσο ανοιχτή παραμένει και για αυτοδύναμη κυβέρνηση. Πολύ περισσότερο την ώρα που οι δημοσκοπήσεις που δημοσιοποιούνται δείχνουν αναταράξεις στο σκηνικό της (κεντρο)αριστεράς με την (επαν)εμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα αλλά και την παρουσία του κόμματος της Μαρίας Καρυστιανού και καταγράφουν πρόθεση και εκτίμηση ψήφου κομμάτων που μέχρι τώρα δεν έχουν παρουσιάσει προγράμματα αλλά και πρόσωπα που θα τα στελεχώσουν.
Όλοι οι δημοσκόποι και οι αναλυτές παραπέμπουν στον Σεπτέμβριο περιμένοντας να καθίσει η σκόνη από όσα γίνονται και κυρίως από τη φόρα που δίνει σε πολλές περιπτώσεις η εμφάνιση νέων κομμάτων προκειμένου να καταγραφεί το πολιτικό σκηνικό.
Η σημερινή κυβέρνηση έχει μπροστά της –με βάση τις δηλώσεις του ίδιου του πρωθυπουργού– δέκα μήνες για την υλοποίηση του έργου της και για να φέρει μπροστά τα λεγόμενα παραδοτέα. Και ναι μεν τα περί πρόωρων εκλογών συζητούνται εντόνως –όπως συμβαίνει πάντα από την επομένη των εκλογών–, όμως και σε αυτήν την περίπτωση οι πολίτες θα κληθούν να κρίνουν συγκρίνοντας και προγράμματα αλλά και τα πρόσωπα που θα τα εφαρμόσουν.
Υγ.: Για την ιστορία: και το 2023 τα σενάρια περί συνεργασιών και εδρών που καταλαμβάνουν τα κόμματα στηρίζονταν σε αυτό της μη αυτοδυναμίας που τελικά δεν… καρποφόρησε.
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».