Το χρονικό ορόσημο που θέτει ο πρωθυπουργός και αφορά την Ελλάδα του 2030 προκάλεσε από την αρχή ερωτήματα δεδομένου ότι οι περισσότεροι αρέσκονται να ασχολούνται με κύκλους που συνδέονται με εκλογικούς κύκλους και κυρίως με τα σενάρια περί πρόωρων εκλογών που –κακά τα ψέματα– ξεκινούν την επομένη κάθε εκλογικής μάχης. Όπως και αυτά για τους ανασχηματισμούς.

Μόνο που το χρονικό αυτό ορόσημο δεν συνδέεται με εκλογικούς κύκλους, αλλά με την ίδια την ιστορία της χώρας αφού τότε –για την ακρίβεια, τον Φεβρουάριο αυτού του έτους– συμπληρώνονται 200 χρόνια από τη γέννηση του ελληνικού κράτους. Ήταν 3 Φεβρουαρίου 1830 όταν οι λεγόμενες «Μεγάλες Δυνάμεις» ή «Προστάτιδες Δυνάμεις» ή «Εγγυήτριες Δυνάμεις» –δηλαδή Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία– υπέγραφαν το Πρωτόκολλο του Λονδίνου αναγνωρίζοντας την Ελλάδα ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος.

Αν και στην Ελλάδα οι επέτειοι που γιορτάζουμε και είναι πιο γνωστές αφορούν την έναρξη πολέμων ή άλλων σχετικών γεγονότων, τα 200 χρόνια από την ίδρυση του ελληνικού κράτους δεν παύει να είναι ιστορικής σημασίας και είναι ενδεικτική και η αναφορά του πρωθυπουργού στην καθιερωμένη κυριακάτικη ανάρτησή του.

«Αν έπρεπε να βρω μια φράση που συνδέει πολλά από τα θέματα της σημερινής ανασκόπησης, αυτή θα ήταν η ‘‘Ελλάδα του 2030’’. Μια χώρα πιο σύγχρονη, πιο λειτουργική και πιο ώριμη, που αφήνει οριστικά πίσω της προβλήματα και εκκρεμότητες του παρελθόντος» σημειώνει χαρακτηριστικά, δείχνοντας τη σημασία που δίνει και που περιλαμβάνεται στον σχεδιασμό του αποτελώντας ένα όραμα που θα αποτυπωθεί και στο πρόγραμμα, την πρόταση δηλαδή με την οποία θα απευθυνθεί και στους πολίτες στον δρόμο για τις επόμενες εθνικές εκλογές.

Με την αναφορά του σε όσα έγιναν την προηγούμενη εβδομάδα ουσιαστικά δίνει το στίγμα και του τρόπου με τον οποίο θα κινηθούν κυβέρνηση και ΝΔ το επόμενο διάστημα μέχρι τη ΔΕΘ αλλά και μετά από αυτήν. Άλλωστε προτάσσει με κάθε ευκαιρία το σχέδιο που αυτήν τη στιγμή υλοποιείται και συνδέεται άμεσα και με την επόμενη περίοδο διακυβέρνησης.

Όπως τονίζει με κάθε ευκαιρία, επιλέγει έναν διαφορετικό δρόμο πολιτικής αντιπαράθεσης. Έναν δρόμο που αφορά την επίλυση προβλημάτων, τη διόρθωση λαθών και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχή. Έναν δρόμο απέναντι στην τοξικότητα και στον λαϊκισμό. Τις εύκολες αλλά έωλες υποσχέσεις και το «μοίρασμα» χρημάτων που δεν υπάρχουν και που κανείς δεν λέει από πού και πώς θα προκύψουν.

Διότι καλά τα περί πατριωτικών φόρων και άλλων τινών, η ουσία όμως είναι ότι πρέπει οι πολίτες να γνωρίζουν, ψηφίζοντας κάθε κόμμα από αυτά που ζητούν να κυβερνήσουν τη χώρα, πώς θα παράγουν πλούτο και με ποιον τρόπο θα βρεθούν οι πόροι που θα χρησιμοποιηθούν για την υλοποίηση όσων υπόσχονται. Διότι εκτός από την ανάγκη για σταθερότητα –οικονομική και πολιτική– υπάρχει και ανάγκη για τη δημιουργία συνθηκών που ανταποκρίνονται στο αίτημα για προοπτική, απέναντι σε λογικές που θυμίζουν δεκαετία 1980 ή ακόμη περισσότερο σε πρακτικές που παραπέμπουν στο 2015.

Χωρίς να παραγνωρίζεται η καθημερινότητα και οι ανάγκες των πολιτών στο σήμερα αυτό που η ιστορία καταγράφει είναι και η παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές όσο και αν αυτό αντίκειται στη λογική του «ποιος ζει, ποιος πεθαίνει μέχρι τότε…».
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».