Το «να φύγει ο Μητσοτάκης και βλέπουμε» δεν μπορεί να αποτελεί στρατηγική ούτε και στόχο.

Μπορεί η συζήτηση γύρω από το ποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο στο Μαξίμου αν χτυπήσει στις 3 το πρωί να ενοχλεί την αντιπολίτευση, εν τούτοις δεν παύει ως μήνυμα να αποτελεί και την ουσία σχετικά με τις εκλογές –όταν αυτές γίνουν– και την επιλογή των πολιτών για το πρόσωπο που θα ηγηθεί της χώρας.

Όπως δεν παύει και η ουσία σχετικά με το αποτέλεσμα και κατά πόσο αυτό θα οδηγήσει στη δημιουργία μιας σταθερής κυβέρνησης που θα μπορεί να λαμβάνει άμεσα αποφάσεις για τη διαχείριση κρίσεων και όχι μόνο, δεδομένου πως πρέπει να προχωρήσουν και οι μεταρρυθμίσεις και να υπάρξει σταθερότητα σε όλους τους τομείς, ειδικά σε αυτόν της οικονομίας.

Διότι, κακά τα ψέματα, μια παρατεταμένη εκλογική διαδικασία δεν είναι και το καλύτερο για την οικονομία, ειδικά όταν αυτή λαμβάνει χώρα σε περιόδους ανακατατάξεων και αναταράξεων σε διεθνές επίπεδο αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου όπως συμβαίνει σήμερα.

Από τη μία πλευρά υπάρχει ένα κόμμα με μια κυβέρνηση που έχει δείξει ότι διαχειρίζεται κρίσεις με ταυτόχρονη ανάταξη της οικονομίας και διατήρηση της κοινωνικής συνοχής που θα ζητήσει την ψήφο των πολιτών για μία ακόμη θητεία και από την άλλη υπάρχουν μια σειρά κομμάτων που το καθένα εμφανίζεται να διεκδικεί ψήφους με μια αόριστη υπόσχεση για σχηματισμό «προοδευτικής» κυβέρνησης, χωρίς να λένε όμως πώς αυτό θα καταστεί εφικτό.

Το «να φύγει ο Μητσοτάκης και βλέπουμε» δεν μπορεί να αποτελεί στρατηγική ούτε και στόχο. Δεν αφορά τους πολίτες η λογική των κομμάτων που αναζητούν απλώς την αρνητική ψήφο αφού απαιτείται πρόγραμμα και σχέδιο με ορίζοντα τουλάχιστον το 2030. Το να μην εξηγεί κανείς με ποιον και σε ποια βάση θα συνεργαστεί για να υπάρχει κυβέρνηση δεν δείχνει σοβαρότητα και φυσικά δεν παραπέμπει σε μια γόνιμη, για τη χώρα και τους πολίτες, λύση.

Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα περί δύο εκλογικών γύρων μπορεί να εξυπηρετεί όλους όσοι –εντός και εκτός πολιτικής σκηνής– επιδιώκουν να μετατραπούν σε ρυθμιστές των εξελίξεων, όμως αυτό στο τέλος της ημέρας δεν αφορά έναν λαό που χόρτασε από υποσχέσεις, αλλά είδε το βάθος του γκρεμού και έζησε τον τρόμο του λαϊκισμού.

Η Κυριακή των εκλογών είναι μία. Και καλό θα είναι να προκύψει κυβέρνηση. Πώς θα γίνει αυτό; Με το να φύγει από το μυαλό ορισμένων η λεγόμενη ψήφος διαμαρτυρίας, που συνήθως αποτελεί τη βάση της μπαχαλοποίησης του πολιτικού σκηνικού. Η ΝΔ έχει ξεκαθαρίσει πως στόχος είναι να υπάρχει κυβέρνηση και ζητεί ψήφο αυτοδυναμίας για να συνεχίσει την εφαρμογή ενός προγράμματος που στοχεύει στη σταθερότητα και την ανάπτυξη. Παραθέτει πεπραγμένα και ζητεί σύγκριση και κρίση.

Από την άλλη πλευρά, παρατηρείται μια αοριστολογία ως προς το πώς θα κυβερνηθεί η χώρα και πώς θα αποφευχθούν περαιτέρω προβλήματα. Ακόμη και η λογική που εκφράζουν για δεύτερο γύρο εκλογών δείχνει την ένδεια προτάσεων αλλά και την αδυναμία να διαμορφωθούν εκείνες οι ικανές και αναγκαίες συνθήκες που θα αποτρέψουν επιστροφή στο χειρότερο παρελθόν.

Παραμένει αναπάντητο το ερώτημα πώς θα συνεργαστούν όλοι αυτοί που σήμερα διεκδικούν να ηγηθούν ενός πολυκερματισμένου χώρου που έχει χάσει κάθε ιδεολογική βάση και θέτει απλά και αόριστα ένα σύνθημα περί «πολιτικής αλλαγής».

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».