Για να παραφράσουμε τον Κ. Μαρξ, ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη αυτό της ρευστοποίησης των πολιτικών συστημάτων, της δυσκολίας κυβερνησιμότητας, της ανάδειξης ακραίων λαϊκίστικων μορφωμάτων.
Στη Μεγάλη Βρετανία έχουν αλλάξει 6 πρωθυπουργοί σε 10 χρόνια και οι Εργατικοί,αν και διαθέτουν το 64% των εδρών στο βρετανικό Κοινοβούλιο, ταρακουνιούνται για τα καλά. Σαν να ήρθε η ώρα τους μετά τη διαλυτική πορεία των Συντηρητικών. Στις τοπικές εκλογές σαρώθηκε ο ιστορικός δικομματισμός και η λαϊκίστικη δεξιά του Reform εκτοξεύτηκε στην πρώτη θέση, ενώ στη Σκωτία και την Ουαλία κυριαρχούν εθνικιστικά και αποσχιστικά κινήματα. Ο Φάρατζ βρίσκεται ήδη στην 1η θέση σ’ όλες τις δημοσκοπήσεις.
Στη Γερμανία, η συμμαχία Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών δοκιμάζεται και το AfD βρίσκεται πρώτο, την ώρα που το ιστορικότερο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Ευρώπης βρίσκεται στο 12%-13% και σε εκλογές σε κρατίδια με το ζόρι ξεπερνούσε το όριο εισόδου στα τοπικά Κοινοβούλια.
Στη Γαλλία, αυτό το «θερμοκήπιο ιδεών και εξεγέρσεων» και πηγή έμπνευσης για πολλούς θεωρητικούς, το πολιτικό σκηνικό μοιάζει σαν να περιμένουν όλοι να νικήσει η Λεπέν σε ένα χρόνο, με το σκηνικό να συμπληρώνεται με την παρουσία του έξαλλου Μελανσόν. Άλλωστε αυτοί οι δύο έβρισκαν κοινά σημεία, όπως στη εμφάνιση του περίφημου κινήματος των «Κίτρινων Γιλέκων».
Στην Ισπανία, το σύμβολο πολλών κεντροαριστερών και αριστερών στην Ελλάδα βρίσκεται περικυκλωμένος από σκάνδαλα, ενώ ένα πλειοψηφικό ρεύμα δείχνει να μην μπορεί να του συγχωρέσει ότι κυβερνάει σε συνεργασία με όσους επιδίωξαν την αυτονόμηση της Χώρας των Βάσκων και ό,τι απέμεινε από τους περίφημους Podemos. Βρίσκεται ήδη σταθερά δεύτερος στις δημοσκοπήσεις.
Στις πρόσφατες εκλογές στην Ουγγαρία και τη Βουλγαρία, ήρθαν ανατροπές από κόμματα που κράτησαν την σημαία της καταπολέμησης της διαφθοράς. Μεγάλοι ηττημένοι των διεργασιών τα πολιτικά συστήματα και ιδιαίτερα οι δυνάμεις της Αριστεράς και της Σοσιαλδημοκρατίας. Σήμερα, μόλις τρεις από τους 27 ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανήκουν σ’ αυτόν τον χώρο: ο Πέδρο Σάντσεθ στην Ισπανία, η Μέτε Φρεντέρικσεν στη Δανία και ο Ρόμπερτ Αμπέλα στη Μάλτα.
Κοινοί παρονομαστές φαίνεται να είναι η μείωση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο πολιτικό σύστημα, η αίσθηση πως όλο και περισσότεροι πολίτες αισθάνονται «εκτός των τειχών», αλλά και ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια απειλούμενη μείωση του βιοτικού επιπέδου. Θα ήταν αστείο να θεωρήσουμε ότι αυτή η τάση δεν αγγίζει ή δεν πρόκειται να αγγίξει ίσως και περισσότερο την Ελλάδα.
Η τεράστια αποχή στις ευρωεκλογές, αλλά και οι ανά διαστήματα εξάρσεις αντισυστημισμού, δείχνουν σαν προσεισμοί. Έχουμε άλλωστε διαχρονικά την τάση να ζητάμε το καλύτερο προσπαθώντας να διατηρήσουμε τις χειρότερες πλευρές της παράδοσής μας. Τη ροπή να ζητάμε γενναίες μεταρρυθμίσεις, αρκεί να μην αγγίζουν εμάς. Ας σκεφτούμε πόσα χρόνια συζητάμε για την κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου στα Α.Ε.Ι, μνημείο δογματισμού και ιδεοληψίας, δείγμα υπεράσπισης κεκτημένων ουσιαστικά τμήματος του πανεπιστημιακού κατεστημένου.
Στην Ελλάδα φαίνεται να λειτουργεί ακόμα το εμβόλιο από την εμπειρία των δυνάμεων που ανέδειξε ο λαός στα χρόνια των μνημονίων, δυνάμεων που εξαφανίστηκαν ή έχουν μπει στον προθάλαμο της εξαφάνισης. Ωστόσο και τα εμβόλια κάποια στιγμή λήγουν και αυτό οδηγεί ήδη σε αρρωστημένα δείγματα άσκησης πολιτικής.
Η διάχυτη ηθικολογία για παράδειγμα από δυνάμεις της αντιπολίτευσης δείχνει ήττα της πολιτικής, ομολογία αδυναμίας να αναμετρηθούν με εναλλακτικές και ανοίγει τον δρόμο στο χτύπημα θεσμών. Η γρονθοκόπηση της Δικαιοσύνης κατά προτίμηση αποτελεί επικίνδυνη επιλογή για την Δημοκρατία. Δεν μπορεί να ηρωοποιείται ένα Μονομελές Πλημμελειοδικείο και να ισοπεδώνεται κατ’ επανάληψη ο Άρειος Πάγος. Δεν μπορεί να γίνεται σύμβολο η όποια Κοβέσι και να θεωρούνται ύποπτοι οι δικαστές της δίκης των Τεμπών. Η τοξικότητα στον πολιτικό διάλογο με εκτόξευση τσάμπα χαρακτηρισμών κατά της κυβέρνησης όπως παρακράτος, απατεώνες, διεφθαρμένοι, Όρμπαν προκαλεί ζημιά στην Δημοκρατία και βέβαια προκαλεί και ανταπαντήσεις.
Η εικόνα ότι μπορεί σ’ αυτές τις συμπεριφορές να πρωταγωνιστεί το κόμμα που έχει κυβερνήσει τα μισά χρόνια της Μεταπολίτευσης απογοητεύει δυνάμεις που ήλπιζαν σε ένα σοβαρό έστω μίνι δικομματισμό ή και στην ύπαρξη κάποιας σοβαρής, ισχυρής αντιπολίτευσης, που θα μπορούσε να αποτελεί σταθεροποιητικό παράγοντα για την σταθερότητα του πολιτικού συστήματος.
Έτσι στη χώρα έχουμε ένα μόνο κόμμα ισχυρό, κόμμα έστω και με σοβαρές απώλειες, που να πείθει ότι διαθέτει την δυνατότητα να κυβερνήσει με σχέδιο, με όλα τα λάθη και τις ολιγωρίες, ακόμα και με σκάνδαλα. Από την άλλη έχουμε μια αντιπολίτευση αποτελούμενη από κόμματα διαφορετικών προσεγγίσεων, αλλά πρωτότυπης ταύτισης στο στυλ κριτικής, στην έλλειψη εναλλακτικών λύσεων, αδυναμίας να πείσουν ότι έχουν την δυνατότητα να κρατήσουν το τιμόνι της χώρας, βαρετής επανάληψης του να διώξουμε τον Μητσοτάκη και μετά να σκοτώνονται μεταξύ τους μέσα στον κομματικό ανταγωνισμό. Θα το πληρώσουν αυτό οι υπάρχουσες δυνάμεις.
Όσοι θέλουν να παίξουν και καλά επιθετικό μηδενιστικό παιχνίδι, θα δουν ότι υπάρχουν πιο ικανοί παίκτες, πιο βιρτουόζοι της πολιτικής τακτικής, που θα τους προσπεράσουν, και άλλοι που εμφανίζονται ως αντισυστημικοί θα νιώσουν ότι υπάρχουν πιο παρθένες πολιτικές δυνάμεις που σε τελευταία ανάλυση έχουν την δυνατότητα να φανούν πειστικότερα πραγματικοί αντισυστημικοί. Έτσι θα έρθει και η αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού ειδικά των συσχετισμών στην αντιπολίτευση και πολλοί μπορεί να βρεθούν προ δραματικών εκπλήξεων. Κανείς δεν μπορεί να αγνοεί ότι οι κομματικές ταυτίσεις έχουν ρευστοποιηθεί και ότι οι ιδεολογικές διαφορές έχουν ξεθωριάσει.
Ωστόσο, το θέμα που θα τεθεί στην πορεία των εκλογών δεν είναι αν ο Α. Τσίπρας θα περάσει τον Ν. Ανδρουλάκη ή αν η Μ. Καρυστιανού μπορεί να είναι έκπληξη, αν μετά τις κάλπες εξαφανιστούν τέσσερα ή πέντε κόμματα ή αν κάποιοι θα βγάλουν λιγότερους βουλευτές.
Το θέμα, το δίλημμα, θα είναι ποιος διαθέτει την δυνατότητα να κυβερνήσει, να διορθώσει πράγματα για την ζωή των πολιτών, να διασφαλίσει σταθερότητα απέναντι στην γενικευμένη αστάθεια σε χώρες της Ευρώπης σε μια εποχή γεωστρατηγικών και πιθανότατα οικονομικών μεγάλων αναταράξεων ακόμα και αν συγκεντρώνει διαμαρτυρία. Αυτή την στιγμή, η εικόνα δείχνει κάτι: Σαν να έχουν βαλθεί όλοι να πείσουν την κοινωνία ότι η λύση είναι η Ν.Δ.
Ωστόσο, την απόφαση την παίρνει ο λαός . Αυτός θα στείλει και τον λογαριασμό προς όλους. Οι επόμενοι μήνες θα είναι πολύ ενδιαφέροντες.
* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Liberal.gr
