Το ερώτημα που έθεσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης μιλώντας στο 16ο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας περιγράφει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το δίλημμα των επόμενων εκλογών.
Το δίλημμα μάλλον κάθε εκλογικής μάχης: το ποιος θα είναι πρωθυπουργός και θα σηκώσει το τηλέφωνο στο Μέγαρο Μαξίμου, όταν χτυπήσει στις 3 τα ξημερώματα, προκειμένου να διαχειριστεί μια κρίση μικρότερη ή και μεγαλύτερη ακόμα από αυτές που διαρκώς εμφανίζονται στην παγκόσμια σκηνή ή στην Ευρώπη ή στην ευρύτερη περιοχή.
Το ποιος θα ηγείται της χώρας και το πώς θα χειρίζεται κρίσεις και όχι μόνο σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό και οικονομικό σκηνικό είναι το βασικό ερώτημα στο οποίο απαντούν οι πολίτες όταν επιλέγουν ηγεσία.
Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κινδυνολογικό ή ακόμα και αλαζονικό από την αντιπολίτευση και άλλους, αλλά είναι η πραγματικότητα. Και σε όλες τις χώρες, σε όλες τις δημοκρατίες, οι πολίτες καλούνται να ψηφίσουν συγκρίνοντας και κρίνοντας ποιος θα οδηγήσει τη χώρα στην επόμενη ημέρα και ποιος θα αναλάβει τις τύχες τους. Τη βελτίωση της καθημερινότητάς τους, της ποιότητας ζωής τους.
Ναι, ο λαϊκισμός έχει πολλές φορές κυριαρχήσει σε πολλές χώρες. Στην Ελλάδα όμως το ζήσαμε ως ένα πείραμα που τελικά κόστισε πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορούσαμε να χάσουμε. Πληρώσαμε τα φροντιστήρια μαθητευόμενων μάγων και πιστέψαμε σε αυταπάτες και εμπόρους θαυμάτων.
Μπορεί, φυσικά, και να ξαναγίνει. Δεν είναι λίγες οι φορές που όλοι θέλουν να ακούν ευχάριστες υποσχέσεις, αλλά το θέμα είναι αν τελικά αυτές μπορούν να υλοποιηθούν, με ποιον τρόπο και κυρίως με τι λεφτά. Την τελευταία φορά μάθαμε ότι δεν μπορούν να γίνουν θαύματα, είδαμε ότι δεν υπήρχε τρόπος και κυρίως ότι τα λεφτά προέρχονταν από τους πολίτες και τους νέους φόρους που είχαν υποβληθεί.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κάλεσε τους πολίτες να δουν τι εξαγγέλθηκε πριν τις εκλογές του 2023 και τι υλοποιήθηκε επαναφέροντας το σύνθημα «το είπαμε, το κάναμε» επενδύοντας στο έργο και στα αποτελέσματα και, κυρίως, σε ένα όραμα με στόχο την Ελλάδα του 2030 με μια οικονομία ισχυρή, με συνεχείς μειώσεις φόρων και με επιστροφή του μερίσματος της ανάπτυξης στους πολίτες.
Μακριά από ανέξοδες υποσχέσεις και με βάση τη σταθερότητα και την προοπτική μέσα από ένα ακόμη πρόγραμμα που στηρίζεται σε δεδομένα και σε αποτελέσματα, απέναντι σε μια συνεχή πλειοδοτική λογική που μοιράζει απλόχερα τα πάντα στους πάντες. Που μιλά για ισχυρή Ελλάδα, αλλά κουνά το δάχτυλο στις συμμαχίες που έχει συνάψει η χώρα και στους εξοπλισμούς που την καθιστούν διπλωματικά και αμυντικά ισχυρή.
Και όλα αυτά με αυτοκριτική για λάθη και παραλείψεις, για καθυστερήσεις και αστοχίες που καθιστούν υπόλογους όλους όσοι αρνούνται να κάνουν έστω ψήγματα αυτοκριτικής ή που επιχειρούν να πείσουν πως ηγούνται κομματικών οργανισμών που προέρχονται από ένα είδος παρθενογένεσης.
Και κάτι τελευταίο. Μετά την τελευταία συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΝΔ και τον κουβά που πήγαν όσοι επένδυαν σε εντάσεις δίνοντας εικόνα διάλυσης, ένας ανάλογος κουβάς προέκυψε και απ’ όσους επένδυσαν σε ένα Συνέδριο ξεκαθαρίσματος λογαριασμών.
Στο πλαίσιο αυτό μπορεί η κυβέρνηση να συνεχίζει το έργο της, αλλά το κόμμα μπαίνει σε τροχιά εκλογών με ορίζοντα το 2027 χωρίς να έχει επιβεβαιωθεί κανείς μάντης… κακών.
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».
