Από τη μια έχεις έναν Κυριάκο Μητσοτάκη στον έβδομο χρόνο της διακυβέρνησής του, να βγαίνει με άνεση, και να ανακοινώνει ότι έχει ήδη εξασφαλίσει τους πόρους ώστε το πρόγραμμα «Προλαμβάνω» -το οποίο έχει ήδη σώσει δεκάδες χιλιάδες συμπολίτες μας μέσα από έγκαιρες διαγνώσεις και πρόληψη- θα συνεχιστεί κανονικά και μετά το τέλος της χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης, δηλαδή θα συνεχιστεί μέχρι και το 2030,- γεγονός που σημαίνει πως μέχρι τότε χιλιάδες ζωές και άλλων συνανθρώπων μας θα σωθούν.
Και από την άλλη, έχεις έναν Αλέξη Τσίπρα να επιστρέφει πολιτικά, κάνοντας πρεμιέρα με εμφυλιοπολεμικές παραπομπές, χωρίς ουσιαστικό πρόγραμμα, με ένα ατελείωτο «θα, θα, θα» που θυμίζει Ανδρέα Παπανδρέου της δεκαετίας του ’80. Δίπλα του έχεις έναν Ανδρουλάκη, να τον κοιτά αποσβολωμένος, βλέποντας τον Τσίπρα να του παίρνει ξανά τη δεύτερη θέση, και να αναβιώνει καλύτερα τον παλιό παπανδρεϊσμό από τον ίδιο. Και ακόμη παρακάτω, έχεις διάφορα νέα σχήματα και πρόσωπα, όπως η Καρυστιανού, που μαζεύει κάθε ψήφο διαμαρτυρίας.
Και μετά, σκέφτεσαι ότι σε λιγότερο από έναν χρόνο θα κληθείς να αποφασίσεις σε ποιον θα εμπιστευτείς τη χώρα, την οικονομία, και τελικά τη δική σου ζωή. Μόνο που για κάθε νοήμονα άνθρωπο, ίσως αυτό το δίλημμα τελικά να μην υπάρχει καν. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιον εμπιστεύεσαι· και η ίδια η εικόνα της σύγκρισης μοιάζει ήδη να δίνει την απάντηση χωρίς να αφήνει περιθώρια.
Δεν ξέρω, τελικά έχω την αίσθηση ότι όσο νέα κόμματα κάνουν εγκαίνια σα να είναι πάγκοι με καλαμπόκια σε εμποροπανήγυρη, τόσο ο Μητσοτάκης βγαίνει κερδισμένος από όλη αυτή τους την κινητικότητα, και η απορία είναι μία: καλά οι ίδιοι δεν το βλέπουν;