Στον πλανήτη κυριαρχεί αναταραχή. Δύο πόλεμοι στη γειτονιά μας δεν λένε να τελειώσουν. Στην Ουκρανία, όπου διάφοροι καθηγητές και γεωστρατηγικοί αναλυτές έβγαιναν στις τηλεοράσεις και ανήγγειλαν ότι ήταν θέμα μίας εβδομάδας να κυριαρχήσει η Ρωσία, ο πόλεμος κρατάει χρόνια και αυτήν τη στιγμή, πέρα από τις άλλες επιπτώσεις, έχουν κλείσει όλοι οι διάδρομοι διέλευσης σιτηρών.
Ο αγαπητός σε αρκετούς Έλληνες Βλαντίμιρ Πούτιν μάλλον τα έχει βρει σκούρα. Τα Στενά του Ορμούζ είναι κλειστά, αν και ο Ντόναλντ Τραμπ θα «καθάριζε» το θέμα και θα άλλαζε την ηγεσία του Ιράν, ενώ ήδη εισπράττουμε τις πρώτες αυξήσεις στο πετρέλαιο και στα καύσιμα. Οικονομολόγοι διεθνώς εκφράζουν φόβους για ισχυρό κύμα ακρίβειας και οικονομική κρίση. Στην Ελλάδα κάποιοι γράφουν και προειδοποιούν για όσα μπορεί να έρθουν, αλλά το πολιτικό σύστημα βρίσκεται αλλού.
Ακούμε λίγες και επιδερμικές τοποθετήσεις. Ποιος ξέρει; Ίσως γιατί είναι επικίνδυνο να ανοίξει ουσιαστική συζήτηση για το τι συμβαίνει. Ίσως γιατί ορισμένοι θεωρούν ότι έτσι δίνουν άλλοθι στην κυβέρνηση, αφού, όπως όλοι «γνωρίζουμε», η ακρίβεια είναι αποκλειστικά και μόνο «ακρίβεια Μητσοτάκη», ο οποίος μάλλον έχει ευθύνη και για την κατάσταση σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Όχι ότι είναι όλα καλώς καμωμένα από την κυβέρνηση. Το αντίθετο μάλιστα. Όμως και όλη αυτή η αερολογία δεν αντέχεται, ειδικά όταν δεν συνοδεύεται από ουσιαστικές, ρεαλιστικές και πειστικές προτάσεις, αλλά από ανέξοδα «θα».
Στη χώρα, αντί να βάλουμε στο τραπέζι τα πραγματικά προβλήματα και τις οικονομικές, θεσμικές και κοινωνικές προκλήσεις, ώστε να δούμε τι μπορεί να γίνει, παίζουμε με όρους που τελικά κοστίζουν στην ίδια τη χώρα. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, όλη αυτή τη συζήτηση για τους κινδύνους που διατρέχουν οι θεσμοί, τις συγκαλύψεις ευθυνών υπουργών, το Κράτος Δικαίου και την ανάγκη η Ελλάδα να πλησιάσει περισσότερο την Ευρώπη.
Ας δεχτούμε, χάριν της συζήτησης, ότι αυτή η κυβέρνηση είναι ό,τι πιο επικίνδυνο έχει περάσει από τη χώρα. Πώς λύνεται το πρόβλημα, πέρα από το να φύγει η συγκεκριμένη κυβέρνηση; Μόνιμες και σταθερές απαντήσεις μπορούν να δοθούν μέσα από σημαντικές αλλαγές στο Σύνταγμα. Έρχεται, λοιπόν, η συζήτηση για το Σύνταγμα και, σε δύο ψηφοφορίες, συστημικοί και αντισυστημικοί, σοβαροί και μη, καταψηφίζουν τα πάντα.
Πώς αντιμετωπίζεις, για παράδειγμα, το ζήτημα της συγκάλυψης ευθυνών υπουργών; Αλλάζοντας το άρθρο 86. Πώς βγάζεις τη χώρα από το κλαμπ εκείνων που δεν επιτρέπουν μη κρατικά πανεπιστήμια; Ψηφίζοντας την αναθεώρηση του άρθρου 16 ή μια διαφορετική ρύθμιση που θα προβλέπει ρητά το δικαίωμα ίδρυσης και λειτουργίας μη κρατικών ΑΕΙ.
Η απάντηση, όμως, είναι «όχι» και «όχι», όπως ακούγονται πολλά ακόμη «όχι» για κάθε προτεινόμενη αλλαγή και κάθε νέα πρόβλεψη. «Δεν δίνουμε λευκή επιταγή σε αυτήν την κυβέρνηση», φωνάζουν από το ΠΑΣΟΚ μέχρι την Ελληνική Λύση και από την Πλεύση Ελευθερίας μέχρι τη Νίκη, λες και τους τη ζήτησε κανείς.
Μια συνταγματική αναθεώρηση κινδυνεύει έτσι να τιναχτεί ουσιαστικά στον αέρα, επειδή ορισμένοι επιχειρηματολογούν με βάση τη βαθιά συντηρητική αντίληψη ότι «προοδευτικό είναι να μην αλλάξει τίποτα». Είναι δυνατόν ένα κόμμα που καταθέτει συγκεκριμένες προτάσεις να αρνείται εκ των προτέρων να τις ψηφίσει, ακόμη και όταν συμπίπτουν με όσα το ίδιο προτείνει, μόνο και μόνο επειδή προέρχονται από την κυβέρνηση;
Παράλληλα, άλλοι καταδικάζουν τη λεγόμενη woke agenda, έναν όρο που μεγάλο μέρος των πολιτών πιθανότατα δεν γνωρίζει καν τι ακριβώς σημαίνει και ο οποίος ποτέ δεν απέκτησε στην Ελλάδα τις διαστάσεις που είχε στις ΗΠΑ. Αρκετοί, μάλιστα, από όσους ηγούνται αυτής της εκστρατείας γνωρίζουν πολύ καλά τι σήμαινε εκεί και ποιες υπερβολές αναπτύχθηκαν στο όνομα μιας δήθεν προοδευτικής ατζέντας.
Την ίδια στιγμή εκφράζεται μια ανέξοδη ανησυχία για τους κινδύνους που αντιμετωπίζει η χώρα, σαν να μην έχει μεσολαβήσει μια περίοδος κατά την οποία η Ελλάδα, μέσα από την αμυντική και εξωτερική πολιτική της, ενίσχυσε σημαντικά τη στρατιωτική της θωράκιση και σύναψε ισχυρές συμμαχίες, όπως με τη Γαλλία, τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Και ύστερα έρχεται μια προσωπική άποψη του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου για τα επιδόματα ανεργίας. Η κριτική σε αυτήν είναι απολύτως θεμιτή. Ωστόσο, η συζήτηση δεν έμεινε εκεί. Ανακαλύφθηκαν αμέσως κρυφές ατζέντες και σκοτεινά σχέδια που επιβουλεύονται τα επιδόματα. Συνωμοσιολογία στο έπακρο.
Μετά δεν είναι να απορεί κανείς γιατί καταγράφονται συγκεκριμένα αποτελέσματα στις δημοσκοπήσεις και γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία διατηρούν σαφές προβάδισμα, παρά τα λάθη και τις ολιγωρίες, παρά την εξαφάνιση στελεχών στα δύσκολα και παρά τα προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί στις σχέσεις της κυβέρνησης με κοινωνικές κατηγορίες με τις οποίες παραδοσιακά είχε προνομιακή σχέση, όπως οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οι αγρότες.
Γιατί με γενικόλογες καταγγελίες από το πρωί μέχρι το βράδυ κατά του πρωθυπουργού, με διαρκείς «αποκαλύψεις» συνωμοσιών και με μια αντιπολιτευτική τακτική που καταλήγει συχνά στο «όχι σε όλα», δεν συγκροτείται εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Αντιθέτως, κάθε πολιτική δύναμη που επιλέγει αυτήν τη στάση αυτοπεριορίζεται, βάζοντας μόνη της ένα εκλογικό ταβάνι το οποίο υπό διαφορετικές συνθήκες ίσως μπορούσε να ξεπεράσει.
Εν πάση περιπτώσει, οι στιγμές είναι κρίσιμες για τη χώρα, λόγω τόσο των διεθνών αναταράξεων όσο και των οικονομικών κινδύνων που αυτές συνεπάγονται. Θα ήταν χρήσιμο, αν μη τι άλλο, να προσγειώσουμε τον δημόσιο διάλογο στην πραγματικότητα και να συμβάλουν προς αυτήν την κατεύθυνση τουλάχιστον τα κόμματα που διαθέτουν ιστορικότητα και θεσμικό βάρος.
Γιατί πέρα από τα όποια εκλογικά αποτελέσματα και τους πρόσκαιρους κομματικούς υπολογισμούς, αυτή η κατάσταση απαξιώνει την ίδια την Πολιτική και τη δυνατότητά της να δίνει απαντήσεις στα πραγματικά προβλήματα. Και όταν η Πολιτική χάνει αυτήν τη δυνατότητα, ανοίγουν διάδρομοι για όσους περιμένουν την ευκαιρία να εκμεταλλευτούν το κενό.