Αίσθηση, αλλά κυρίως θυμηδία και έντονο πολιτικό προβληματισμό προκάλεσε η τελευταία δημόσια παρέμβαση του Αλέξη Τσίπρα σχετικά με τα δημοσιονομικά υπερπλεονάσματα.
Ο πρώην πρωθυπουργός, επιχειρώντας μια απλουστευτική και ολότελα στρεβλή ανάγνωση των οικονομικών μεγεθών, έφτασε στο σημείο να κατηγορήσει την κυβέρνηση για «εσκεμμένη υποεκτίμηση του προϋπολογισμού» και «σχεδιασμένη εξαγορά ψήφων» εν όψει εκλογών, υποστηρίζοντας ότι τα πλεονάσματα παράγονται τεχνητά για να διανεμηθούν εκ των υστέρων ως προεκλογικά φιλοδωρήματα. Πέρα όμως από τη φθηνή και επιφανειακή ρητορική, πολιτικοί παρατηρητές συμφωνούν σε διαπιστώσεις που αποδομούν πλήρως το αφήγημά του.
Ο πρώην πρωθυπουργός καταφεύγει ξανά στην πεπατημένη του ανεύθυνου λαϊκισμού με μοναδικό στόχο να πολώσει το κλίμα και να συγκρατήσει τα δημοσκοπικά ποσοστά του κόμματός του, τα οποία καταγράφουν πλέον αδιάκοπη πτωτική τροχιά.
Η επίσκεψη στον Βοτανικό
Μετά την αρχική ευφορία, όταν παρουσιάστηκε το κόμμα του, η σκληρή πραγματικότητα των αριθμών δείχνει ότι η ΕΛΑΣ, όχι μόνο κινδυνεύει να χάσει τη δεύτερη δημοσκοπική θέση, αλλά αντιμετωπίζει μεγάλη φθορά στα ποιοτικά στοιχεία των μετρήσεων, τα οποία σκιαγραφούν ένα εξαιρετικά δυσμενές μέλλον για τον κομματικό σχηματισμό.
Στην παρέμβασή του από τον Βοτανικό, όπου επισκέφθηκε μεταφορικές εταιρείες, ο κ. Τσίπρας εμφανίστηκε ως αυτόκλητος προστάτης των επαγγελματιών, των αγροτών, των αλιέων και των μεταφορέων, ζητώντας την άμεση διοχέτευση πολλών εκατομμυρίων στην αντλία και στην αγορά, λες και η οικονομία είναι ένα αστείρευτο σιντριβάνι χωρίς κανόνες, δεσμεύσεις ή δημοσιονομική πειθαρχία.
Με τη γνώριμη τακτική τού «λεφτά υπάρχουν στο ταμείο», υποστήριξε ότι τα υπερπλεονάσματα προέρχονται αποκλειστικά από τον υψηλό ΦΠΑ και τον πληθωρισμό, προσπερνώντας επιδεικτικά τη μεγέθυνση της οικονομίας, την αύξηση της απασχόλησης και την πάταξη της φοροδιαφυγής. «Ας τελειώσει το αστείο, πού θα βρει τα λεφτά» δήλωσε προκλητικά, λησμονώντας ότι το πραγματικό «αστείο» –που στοίχησε πανάκριβα σε αυτόν τον τόπο– ήταν οι δικές του οικονομικές αλχημείες και οι καταστροφικές αυταπάτες του 2015.
Το πιο εξωφρενικό τμήμα της τοποθέτησής του, ωστόσο, ήταν η απροκάλυπτη προσπάθειά του να παραλληλίσει τη σημερινή δημοσιονομική σταθερότητα –κάτι που αναγνωρίζεται και διεθνώς– με τη δική του διακυβέρνηση.
Έφτασε στο σημείο να κομπάσει για το «κοινωνικό μέρισμα» του 2016, δηλώνοντας με περισσό πολιτικό θράσος, «Εγώ το 2016 δεν ρώτησα τον Σόιμπλε, σε μνημόνιο ήμασταν, και έδωσα χρήματα για τους συνταξιούχους... Ό,τι διεκδικείς παίρνεις». Ξεχνά, όμως, πως εκείνα τα πλεονάσματα της περιόδου 2015-2019 δεν ήταν προϊόν ανάπτυξης, αλλά αποτέλεσμα μιας ανελέητης, αδίστακτης φοροκαταιγίδας που εξόντωσε τη μεσαία τάξη.
Αφού πρώτα ξεζούμισε τους Έλληνες φορολογούμενους μέχρι τελευταίου ευρώ, επέστρεφε εκ των υστέρων ψίχουλα ως «μέρισμα» για να εξαγοράσει την κοινωνική ανοχή. Η επίκληση του 2016 δεν αποτελεί τίτλο τιμής, αλλά υπενθύμιση της πιο επώδυνης οικονομικής αφαίμαξης στη σύγχρονη ιστορία του τόπου, κάτι που πλήρωσε εκλογικά το τότε κόμμα του.
Οι κίνδυνοι για την οικονομία
Παράλληλα, η απαίτηση του κ. Τσίπρα να διανεμηθούν αλόγιστα όλα τα υπερπλεονάσματα «τώρα» και να ενημερωθεί απλώς εκ των υστέρων η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, συνιστά ευθεία επιστροφή στις καταστροφικές λογικές της ανευθυνότητας.
Σε μια περίοδο διεθνούς αβεβαιότητας, με τις τιμές της ενέργειας και τον πληθωρισμό να πιέζουν ολόκληρη την Ευρώπη, ο πρώην πρωθυπουργός προτείνει την πλήρη εξάντληση των δημοσιονομικών μαξιλαριών της χώρας. Ζητά να εξανεμιστούν οι πόροι που διασφαλίζουν την πιστοληπτική ικανότητα και την επενδυτική βαθμίδα, προκειμένου να εφαρμοστεί μια πολιτική παροχών χωρίς αύριο. Πρόκειται για μια τακτική που αγνοεί επιδεικτικά τους ευρωπαϊκούς κανόνες και τις αντοχές της οικονομίας, με μοναδικό γνώμονα το πρόσκαιρο κομματικό όφελος.
Ακούγοντας τις τελευταίες παρεμβάσεις του Αλέξη Τσίπρα, οι ίδιοι παρατηρητές θεωρούν ότι η εξήγηση βρίσκεται στα ευρήματα των δημοσκοπήσεων, τα οποία προκαλούν νευρική κρίση στη Λεωφόρο Αμαλίας.
Αναλύοντας αυτά τα στοιχεία, το συγκεκριμένο κόμμα βλέπει τα ποσοστά του να συρρικνώνονται διαρκώς, χάνοντας τη δυναμική του ακόμα και σε παραδοσιακά, προνομιακά γι’ αυτό ακροατήρια, ενώ η διαφορά από τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης έχει εξανεμιστεί, με υπαρκτό πλέον τον κίνδυνο απώλειας της δεύτερης θέση στο πολιτικό σκηνικό.
Την ίδια στιγμή, οι δείκτες δημοφιλίας του ίδιου του κ. Τσίπρα, η καταλληλότητα για την πρωθυπουργία, αλλά και η εμπιστοσύνη των πολιτών στην οικονομική πρόταση της ΕΛΑΣ οδεύουν σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα. Πολλοί άσπονδοι πρώην σύντροφοι του πρώην πρωθυπουργού –ένας εξ αυτών είχε διατελέσει και σε κορυφαίο, νευραλγικό πόστο στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ– υποστήριζαν, μετά τα λεγόμενα Τσίπρα, ότι η πραγματική στήριξη των επαγγελματιών, των αγροτών και των νοικοκυριών δεν γίνεται με λεονταρισμούς απέναντι στις Βρυξέλλες, αλλά με σοβαρή και υπεύθυνη οικονομική πολιτική.
Η προσπάθεια του πρώην πρωθυπουργού να κατασκευάσει μια εικόνα «κυβερνητικής συνωμοσίας» γύρω από τα πλεονάσματα δεν είναι τίποτα περισσότερο από την κραυγή αγωνίας ενός πολιτικού που βλέπει το αφήγημά του να καταρρέει. Άλλοι πολιτικοί παρατηρητές πιστεύουν ότι ο λαϊκισμός έχει ημερομηνία λήξεως. Και όσο ο κ. Τσίπρας επιμένει να επενδύει στις αυταπάτες του χθες, τόσο η κοινωνία θα του γυρνά την πλάτη, καταδικάζοντάς τον στην πολιτική περιθωριοποίηση.