Τσίπρας, Ανδρουλάκης, Καρυστιανού, αλλά και ΚΚΕ, γνωρίζουν ότι όποιος καταφέρει αξιοπρεπή εκλογική καταγραφή θα αποφύγει, έστω προσωρινά, την εξαφάνιση.

Με κινούμενη άμμο μοιάζει η κατάσταση στην αντιπολίτευση, αφού πίσω από τις δημόσιες δηλώσεις περί «προοδευτικών διεργασιών», «κοινωνικών μετώπων» και «δημοκρατικών συμμαχιών», εξελίσσεται μια ωμή μάχη μηχανισμών, καμαρίλας και επιβίωσης. Ένας πόλεμος μικρών αυλών και προσωπικών στρατηγικών, όπου το μοναδικό πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η ανατροπή της κυβέρνησης, αλλά το ποιος θα κρατήσει τη δεύτερη θέση και ποιος θα αποφύγει την πολιτική εξαΰλωση.

Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να επιστρέψει σαν «νέος σωτήρας», λες και η συλλογική μνήμη διαγράφηκε μονομιάς. Ο άνθρωπος που αποχώρησε αφήνοντας πίσω έναν διαλυμένο ΣΥΡΙΖΑ, έναν χώρο χωρίς ταυτότητα και μια κοινωνία εξαντλημένη από τον πολιτικό τυχοδιωκτισμό, εμφανίζεται τώρα ως δήθεν εγγυητής της «προοδευτικής ανασύνθεσης». Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που προσπαθεί είναι η προσωπική πολιτική του ανάσταση μέσα από έναν νέο φορέα κομμένο και ραμμένο πάνω στις φιλοδοξίες του ίδιου και του στενού μηχανισμού του.

Την ίδια στιγμή, ο Νίκος Ανδρουλάκης βλέπει τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια του. Το ΠΑΣΟΚ, αντί να εξελιχθεί σε κυρίαρχο πόλο της αντιπολίτευσης μετά την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ, παραμένει εγκλωβισμένο στη μετριότητα, στη δημοσκοπική στασιμότητα και στην πολιτική αφωνία. Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, για τη Χαριλάου Τρικούπη δεν είναι η κυβέρνηση. Είναι ο φόβος ότι ένα κόμμα Τσίπρα μπορεί να αφαιρέσει κρίσιμες δυνάμεις, να διαλύσει την εύθραυστη ισορροπία και να στείλει το ΠΑΣΟΚ ακόμη και στην τρίτη θέση – ίσως και στην τέταρτη.

Η επόμενη ημέρα

Και εκεί ακριβώς αρχίζει ο πραγματικός πανικός.Στα πολιτικά πηγαδάκια, πίσω από κλειστές πόρτες και δημόσιες «διαρροές», η συζήτηση για την επόμενη μέρα έχει ήδη ανοίξει. Όχι με όρους πολιτικής πρότασης, αλλά με όρους εσωκομματικής επιβίωσης. Ποιος θα αμφισβητήσει τον Ανδρουλάκη; Πότε θα ξεκινήσει η μάχη διαδοχής; Ποιοι βουλευτές ήδη μετρούν αποστάσεις; Ποιοι περιμένουν το στραβοπάτημα για να εμφανιστούν ως «λύση»;

Μέσα σε αυτό το θολό τοπίο, η παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού αξιοποιείται από διάφορα κέντρα ως πολιτικό και επικοινωνιακό εργαλείο πίεσης απέναντι στο σύστημα εξουσίας, αλλά και ως καταλύτης ανακατατάξεων στον χώρο της αντιπολίτευσης. Άλλοι επιχειρούν να την εντάξουν σε αφηγήματα «αντισυστημικής αναγέννησης», άλλοι να τη χρησιμοποιήσουν ως πολιορκητικό κριό απέναντι στην κυβέρνηση και άλλοι ως μοχλό πίεσης για νέες πολιτικές συγκολλήσεις.

Την ίδια ώρα, το ΚΚΕ παρακολουθεί τη σύγκρουση γνωρίζοντας ότι η αποσύνθεση στον χώρο της λεγόμενης Κεντροαριστεράς και της πρώην ριζοσπαστικής Αριστεράς δημιουργεί συνθήκες πολιτικής αναδιάταξης. Χωρίς να εμπλέκεται σε σενάρια συνεργασιών και προσωπικών deals, επιμένει στη δική του γραμμή, καταγγέλλοντας ότι πίσω από τις δήθεν «προοδευτικές διεργασίες» κρύβονται οι ίδιες φθαρμένες πολιτικές που κυβέρνησαν, συμβιβάστηκαν και τελικά απογοήτευσαν την κοινωνία.

Η αλήθεια είναι σκληρή: το πρόβλημα της αντιπολίτευσης δεν είναι μόνο η δημοσκοπική της αδυναμία. Είναι η απόλυτη έλλειψη αξιοπιστίας. Οι πολίτες παρακολουθούν έναν διαγωνισμό προσωπικών στρατηγικών, εγωισμών και μηχανισμών εξουσίας, την ώρα που οι ίδιοι παλεύουν με τα προβλήματα της καθημερινότητας.

Και όσο πλησιάζει η ώρα της κρίσης –οι εκλογές– τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται ότι πίσω από τα μεγάλα λόγια περί «προοδευτικής παράταξης» δεν υπάρχει ενιαίο σχέδιο, αλλά ένα ατελείωτο παιχνίδι για τις καρέκλες. Ένα πολιτικό... «Survivor», όπου όλοι φοβούνται όλους και κυρίως φοβούνται το εκλογικό αποτέλεσμα.

Γιατί γνωρίζουν πολύ καλά ότι η επόμενη κάλπη δεν θα κρίνει απλώς ποιος θα είναι δεύτερος. Θα κρίνει ποιοι θα επιβιώσουν πολιτικά και ποιοι θα περάσουν οριστικά στη ζώνη της πολιτικής παρακμής.

Θλιβερή πραγματικότητα

Στο τέλος της ημέρας, πίσω από τα μεγάλα λόγια αποκαλύπτεται μια θλιβερή πραγματικότητα: ένας κατακερματισμένος χώρος που δεν παλεύει για να κυβερνήσει, αλλά για να μην εξαφανιστεί. Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί την προσωπική του επιστροφή πάνω στα ερείπια που ο ίδιος άφησε πίσω του.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης βλέπει το (πολιτικό) έδαφος να υποχωρεί και το ΠΑΣΟΚ να κινδυνεύει να μετατραπεί από δεύτερη δύναμη σε κόμμα εσωτερικής ανασφάλειας και διαδοχολογίας. Η δε αξιοποίηση διαφόρων προσώπων αλλά και της όποιας κοινωνικής οργής ως εργαλεία αποδεικνύει πόσο βαθιά έχει εισχωρήσει ο κυνισμός στο πολιτικό παιχνίδι.

Και μέσα σε αυτό το τοπίο παρακμής, οι πολίτες παρακολουθούν μια αντιπολίτευση εγκλωβισμένη, που μοιάζει περισσότερο με πολιτικό χρηματιστήριο φιλοδοξιών παρά με δύναμη ανατροπής. Γι’ αυτό και η επερχόμενη κάλπη δεν θα είναι απλώς μια μάχη ποσοστών. Θα είναι η πιο σκληρή δοκιμασία πολιτικής επιβίωσης για όσους νόμιζαν ότι η κοινωνία ξεχνά εύκολα.