Στο στόχαστρο βάζουν τις δημοσκοπήσεις τα κόμματα της αντιπολίτευσης αλλά και οι υποστηρικτές του Αλέξη Τσίπρα.
Παραφράζοντας τη ρήση «αν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί μαζί μας τόσο το χειρότερο γι’ αυτήν» τα κόμματα της αντιπολίτευσης με πρωτεργάτη το ΠΑΣΟΚ, αλλά και οι –εντός και εκτός πολιτικής– υποστηρικτές του Αλέξη Τσίπρα βάζουν στο στόχαστρο τις δημοσκοπήσεις και τις δημοσκοπικές εταιρείες με το ίδιο ακριβώς σκεπτικό.
Δεν είναι η πρώτη φορά. Το θέμα των δημοσκοπικών εταιρειών έχει κατ’ επανάληψη πάει στη Βουλή ακόμη και σε Εξεταστικές με πρωτοβουλία του Αλέξη Τσίπρα που θεωρούσε ότι δεν φταίει η πορεία του ίδιου και του κόμματός του και οι αυταπάτες με τις οποίες γέμισε τον ελληνικό λαό αλλά οι μετρήσεις που δήθεν ήταν σε βάρος του χωρίς να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Βέβαια, η πραγματικότητα και το 2019 και το 2023 διέψευσε τις διάφορες κατηγορίες που σήμερα επιχειρείται να επανέλθουν στο προσκήνιο με το ΠΑΣΟΚ να συμμετέχει, αν όχι να πρωτοστατεί, σε μια προσπάθεια αμφισβήτησης των στοιχείων που καταγράφονται.
Γιατί όμως γίνεται αυτό; Πρώτα απ’ όλα είναι μια μέθοδος bullying προς τις δημοσκοπικές εταιρείες που στο παρελθόν είχε εν μέρει αποδώσει σε ό,τι αφορά τα ποσοστά που κατέγραφαν για τον ΣΥΡΙΖΑ. Και γιατί να κάνει κάποιος bullying στις μετρήσεις; Διότι θεωρείται πως δημιουργούν κλίμα ειδικά ως προς αυτούς που βρίσκονται στην πρώτη θέση.
Μα αν είναι η πραγματικότητα; Εδώ κολλάει αυτό που λένε «τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα» – ειδικά σε μια περίοδο όπου δύο ή και τρία κόμματα αναμένεται να κονταροχτυπηθούν για τη δεύτερη θέση στις επόμενες εθνικές εκλογές και μάλλον με ποσοστά όχι και τόσο ικανοποιητικά για τα στελέχη και τους ψηφοφόρους τους.
Η αλήθεια είναι ότι οι δημοσκοπήσεις είναι φωτογραφίες της στιγμής και ως τέτοιες εξετάζονται, υπό φυσιολογικές συνθήκες, από τα κόμματα. Το ίδιο άλλωστε ισχύει και για τις επιχειρήσεις που ερευνούν τις τάσεις των καταναλωτών.
Βέβαια το γεγονός ότι οι δημοσκοπήσεις μετατρέπονται σε μοτίβο εξελίσσεται σε κάτι περισσότερο από μια φωτογραφία της στιγμής.
Ας δούμε για παράδειγμα το γεγονός ότι από το 2016, περίπου δύο μήνες μετά την εκλογή στη θέση του προέδρου της ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη, η ΝΔ πέρασε μπροστά και έκτοτε παραμένει πρώτη με διαφορά που σήμερα κινείται σε επίπεδο double score σε σχέση με το δεύτερο κόμμα.
Την ίδια εκείνη περίοδο, παρότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είχε διατελέσει πρωθυπουργός και ήταν αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, άρχισε να καταγράφεται ως καταλληλότερος για πρωθυπουργός. Άρα το επιχείρημα του ΠΑΣΟΚ ότι σήμερα η καταλληλότητα του Κυριάκου Μητσοτάκη οφείλεται στο ότι είναι ήδη πρωθυπουργός και ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν έχει δοκιμαστεί, μάλλον απευθύνεται στους ψηφοφόρους του κόμματος.
Σε κάθε περίπτωση, οι δημοσκοπήσεις μπορεί να πέσουν έξω. Για παράδειγμα έξω έπεσαν και το 2023 με τη διαφορά μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος. Και αυτό αφορά τα ανώτατα και τα κατώτατα σημεία που καταγράφονται για κάθε κόμμα. Η ουσία όμως είναι ότι σπάνια πέφτει έξω η παράσταση νίκης. Και αυτή είναι σαρωτική ως προς την πρωτοκαθεδρία της ΝΔ.
Είναι βέβαιο πως τα κόμματα της αντιπολίτευσης βλέπουν με μισό μάτι της δημοσκοπήσεις. Γι’ αυτό και επιχειρείται η αποδόμησή τους. Ειδικά αυτήν την περίοδο που ξεσπά ο πόλεμος για τη δεύτερη θέση με τους διεκδικητές να είναι πάνω από ένας.