Στο ΠΑΣΟΚ είναι ένα βήμα πριν αρχίσουν να καταγγέλλουν τις δημοσκοπήσεις και τις εταιρείες εφόσον δεν δείξουν άνοδο των ποσοστών.

Στον δρόμο που χάραξε ο Αλέξης Τσίπρας ως επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη για τις δημοσκοπήσεις και τις δημοσκοπικές εταιρείες αν δεν δείξουν πως το κόμμα της –έστω και από σπόντα– αξιωματικής αντιπολίτευσης σημειώνει άνοδο.

Τα μαντάτα που φτάνουν στη Χαριλάου Τρικούπη δεν είναι ενθαρρυντικά αφού, παρά τη φθορά που καταγράφει η κυβερνώσα παράταξη από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τη σκανδαλολογία που κυριάρχησε και το τελευταίο διάστημα, δεν δείχνει να αποτελεί το έναυσμα μιας σημαντικής ανόδου.

Για κάποιον λόγο, που δείχνει ότι στο ΠΑΣΟΚ βιώνουν τη δική τους πραγματικότητα, εκτιμούν ότι το κόμμα θα έχει άνοδο, θα κουνηθεί δηλαδή η βελόνα και μάλιστα σημαντικά, λόγω των εξελίξεων και των πυρών που εξαπολύονται διαρκώς κατά της ΝΔ, της κυβέρνησης και κυρίως κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Η πρώτη δημοσκόπηση, της Interview, κατέγραψε μια –θα έλεγε κανείς αναμενόμενη– πτώση της κυβέρνησης, όχι όμως τόση όση υπολόγιζαν στην αντιπολίτευση και αυτό προκαλεί αναταραχή ειδικά στη Χαριλάου Τρικούπη, στην οποία έρχεται να προστεθεί η καθήλωση του ΠΑΣΟΚ στα ποσοστά πριν από τον τελευταίο γύρο της τοξικότητας.

Αν αυτό καταγραφεί και σε άλλες δημοσκοπήσεις τότε το πρόβλημα της εσωστρέφειας μπορεί να επανέλθει στη Χαριλάου Τρικούπη, αφού θα καταστεί ορατό διά γυμνού οφθαλμού πως αδυνατεί να πείσει ότι αποτελεί τον αντίπαλο πολιτικό πόλο, την ώρα που ετοιμάζεται να μπει στο.. ρινγκ και ο Αλέξης Τσίπρας.

Στο πλαίσιο αυτό ο δρόμος της… καταγγελίας ανοίγει με το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη ν’ αντιγράφει τον ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος εκτιμούσε ότι τόσο το 2019 όσο και το 2023 ήταν μπροστά από τη Ν.Δ. ή τουλάχιστον απείχε ελάχιστες μονάδες στα όρια του στατιστικού λάθους.

Στη Χαριλάου Τρικούπη φέρονται να υπολογίζουν για το κόμμα τους ένα ποσοστό άνω του 18%, χωρίς όμως να εξηγούν από πού προκύπτει αυτό δεδομένου ότι δεν έκαναν τίποτα περισσότερο από αυτό που κάνουν τα τελευταία δύο χρόνια: να επιτίθενται στην κυβέρνηση, να στοχοποιούν πολιτικούς αντίπαλους και να προκρίνουν την τοξικότητα στον πολιτικό λόγο.