Μιας και ο Δεκαπενταύγουστος θυμίζει επετειακά την υπόθεση της «Μικρής Μαρίας», καταδεικνύεται πώς μια ανεπιβεβαίωτη καταγγελία, που φορτίστηκε πολιτικά και αναπαράχθηκε χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, μετατράπηκε σε ψευδογεγονός με σκοπό την πολιτική προσβολή της κυβέρνησης και τον διεθνή διασυρμό της χώρας.

Το καλοκαίρι του 2022 η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο μιας ιστορίας που συγκέντρωνε όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία αρκούν, ιδιαίτερα στην εποχή των κοινωνικών δικτύων, για να προκαλέσουν έντονη συγκίνηση και να διαμορφώσουν γρήγορα μια σχεδόν αδιαμφισβήτητη δημόσια πεποίθηση. Μια πεντάχρονη προσφυγοπούλα, η Μαρία, φερόταν να έχει πεθάνει ανήμερα Δεκαπενταύγουστου, αβοήθητη σε νησίδα του Έβρου, επειδή οι ελληνικές αρχές δεν είχαν σπεύσει να διασώσουν την ομάδα στην οποία ανήκε, με αποτέλεσμα η υπόθεση να αποκτήσει διεθνείς διαστάσεις και να παρουσιαστεί ως τεκμήριο μιας υποτιθέμενα απάνθρωπης πολιτικής στα σύνορα.

Η συνέχεια ανέδειξε πόσο επισφαλές ήταν το οικοδόμημα πάνω στο οποίο στηρίχθηκε αυτή η αφήγηση. Το Der Spiegel, που είχε συμβάλει καθοριστικά στη διεθνοποίηση της υπόθεσης, αναγκάστηκε ύστερα από νέα έρευνα να ζητήσει συγγνώμη και να αποσύρει τα σχετικά δημοσιεύματά του, καθώς ο θάνατος της Μαρίας δεν είχε τεκμηριωθεί όπως αρχικά παρουσιαζόταν. Μέχρι τότε, όμως, η εικόνα είχε ήδη διαμορφωθεί και η Ελλάδα είχε βρεθεί στο διεθνές επίκεντρο μιας εξαιρετικά σοβαρής καταγγελίας και η ελληνική κυβέρνηση στο εδώλιο του κατηγορούμενου, από την αντιπολίτευση και τον κάθε ευαίσθητο -εντός ή εκτός εισαγωγικών- σχολιαστη.

Το συναίσθημα που έγινε εργαλείο προπαγάνδας

Η υπόθεση ξεπερνά κατά πολύ ένα δημοσιογραφικό λάθος ή μια βιαστική δημοσίευση. Γύρω από τη «Μικρή Μαρία» δημιουργήθηκε ένας μηχανισμός αναπαραγωγής, στον οποίο συμμετείχαν ακτιβιστές, λογαριασμοί με μεγάλη επιρροή στα κοινωνικά δίκτυα και διαμορφωτές της κοινής γνώμης, οι οποίοι υιοθέτησαν την καταγγελία με τρόπο που παρουσίαζε ως δεδομένο κάτι που όφειλε να βρίσκεται ακόμη υπό διερεύνηση.

Η ιστορία ήταν τόσο ισχυρή συναισθηματικά ώστε η απαίτηση για αποδείξεις άρχισε να αντιμετωπίζεται από ορισμένους ως σχεδόν ύποπτη. Όποιος ζητούσε να επιβεβαιωθεί η ύπαρξη και ο θάνατος του παιδιού ή να διευκρινιστούν τα πραγματικά δεδομένα, κατηγορούνταν ότι επιχειρεί να υποβαθμίσει μια ανθρώπινη τραγωδία.

Η δε αντιπολίτευση, τόσο του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και του ΠΑΣΟΚ ενίσχυε την επιχειρηματολογία περί υπαρκτού μεταναστευτικού συμβάντος στον Έβρο με νεκρό κορίτσι, ζητώντας ευθύνες και πολιτικές παραιτήσεις κατηγορώντας την κυβέρνηση Μητσοτάκη για αναλγησία, φτάνοντας ορισμένοι να μιλούν για δολοφόνους.

Όταν η δημοσιογραφία δεν επιτελεί τον ρόλο της αλλά προπαγανδίζει

Ιδιαίτερη ευθύνη έχουν και όσοι δημοσιογράφοι παρουσίασαν μια τόσο βαριά καταγγελία με τρόπο που συνέβαλε στην έκθεση της Ελλάδας διεθνώς, χωρίς να έχει προηγηθεί το επίπεδο ανεξάρτητης επιβεβαίωσης που απαιτείται όταν αποδίδονται σε ένα κράτος πράξεις ή παραλείψεις με τόσο σοβαρές συνέπειες.

Η δημοσιογραφία οφείλει να ελέγχει την εξουσία και να ερευνά κάθε καταγγελία. Η υποχρέωση αυτή, όμως, προϋποθέτει ότι η επιθυμία να αποκαλυφθεί ένα σκάνδαλο δεν προηγείται της ανάγκης να αποδειχθεί ότι το σκάνδαλο πράγματι συνέβη. Όταν η δημοσιογραφική έρευνα αρχίζει να κινείται με τη λογική μιας πολιτικής αποστολής, ο κίνδυνος να επιλεγούν μόνο τα στοιχεία που υπηρετούν μια προειλημμένη αφήγηση γίνεται ιδιαίτερα μεγάλος.

Η υπόθεση απέκτησε αργότερα και μια πρόσθετη διάσταση, καθώς η καταγγέλλουσα συνδέθηκε δημοσίως με υπόθεση που περιλάμβανε κατηγορίες σχετικές με κατασκοπεία. Η εξέλιξη αυτή δεν αποδεικνύει από μόνη της τι συνέβη στον Έβρο, ενισχύει όμως την ανάγκη να εξετάζονται με μεγαλύτερη προσοχή οι διαδρομές, οι επαφές και τα κίνητρα όσων συμμετέχουν ενεργά στη διεθνοποίηση καταγγελιών που μπορούν να πλήξουν τη χώρα.

Η «Μικρή Μαρία» έγινε διεθνής είδηση, πολιτικό σύμβολο μέχρι και γραφικό τραγούδι, πριν η βασική ιστορία αντέξει στον έλεγχο που απαιτούσε η σοβαρότητα των καταγγελιών. Όταν άρχισαν να αποκαλύπτονται οι αντιφάσεις και το Der Spiegel αναγκάστηκε να αναδιπλωθεί, η διόρθωση δεν είχε την ίδια ένταση ούτε την ίδια απήχηση με την αρχική αφήγηση. Και φυσικά, η αντιπολίτευση στην Ελλάδα δεν έχει παραδεχτεί ακόμα το λάθος της.

Αυτό είναι το μάθημα που αφήνει η υπόθεση. Μια ιστορία δεν γίνεται αληθινή επειδή προκαλεί συγκίνηση, επειδή υπηρετεί ένα αντιπολιτευτικό αφήγημα ή επειδή αναπαράγεται άκριτα χιλιάδες φορές. Όταν οι αποδείξεις απουσιάζουν, η ευθύνη όσων μετατρέπουν μια καταγγελία σε εργαλείο προπαγάνδας γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.