Ο Νίκος Ανδρουλάκης επιχειρεί μέσω της Συνταγματικής Αναθεώρησης να εμφανιστεί ως εναλλακτική δύναμη, επενδύοντας ξανά στην καταγγελία και τον αντιμητσοτακισμό.
Η κοινή συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας και του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ για τη Συνταγματική Αναθεώρηση εξελίχθηκε τελικά σε ακόμη μία πολιτική παράσταση με πρωταγωνιστή τον Νίκο Ανδρουλάκη, ο οποίος επιχείρησε να ντύσει με θεσμικό μανδύα τη γνώριμη αντιπολιτευτική του αδυναμία: την εμμονή με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Με βαρύγδουπες αναφορές στη «δημοκρατική αφύπνιση», στη «θεσμική παρακμή» και στην «πολιτική αλλαγή», ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ προσπάθησε να εμφανιστεί ως ο αυθεντικός εκφραστής της προοδευτικής παράταξης, τη στιγμή που το ίδιο του το κόμμα αδυνατεί εδώ και μήνες να πείσει ακόμη και το παραδοσιακό ακροατήριό του ότι διαθέτει σαφές κυβερνητικό σχέδιο. Η εικόνα ήταν αποκαλυπτική: ένα ΠΑΣΟΚ εγκλωβισμένο ανάμεσα στη νοσταλγία της εποχής των μεγάλων ποσοστών και στην αγωνιώδη ανάγκη να βρει πολιτικό λόγο απέναντι σε μια κυβέρνηση που εξακολουθεί να κυριαρχεί στο πολιτικό σκηνικό.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης επιχείρησε να παρουσιάσει τη Νέα Δημοκρατία ως παράγοντα «οπισθοδρόμησης», υποστηρίζοντας ότι μια τρίτη κυβερνητική θητεία θα οδηγήσει σε θεσμική φθορά και δημοκρατική κρίση. Παράλληλα, επανέφερε στο προσκήνιο όλα τα γνωστά αντιπολιτευτικά αφηγήματα περί υποκλοπών, Τεμπών και ΟΠΕΚΕΠΕ, επενδύοντας ξανά στη λογική της γενικευμένης καταγγελίας. Με εμφανή προσπάθεια να απευθυνθεί τόσο στο κεντρώο όσο και στο πιο αριστερό ακροατήριο, μίλησε για κοινωνικό κράτος, θεσμικά αντίβαρα και προστασία της δημοκρατίας, ενώ δεν δίστασε να εμφανίσει το ΠΑΣΟΚ ως τη μοναδική «ηθική» πολιτική δύναμη απέναντι σε μια δήθεν «παρακμιακή» κυβέρνηση. Ωστόσο, πίσω από τους υψηλούς τόνους και τις θεωρητικές αναφορές σε Τσάτσο και Μάνεση, έλειπε το βασικό στοιχείο: η πειστική πρόταση εξουσίας.
Και κάπου εκεί ξεκινά το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα για τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ. Γιατί όσο περισσότερο επιχειρεί να εμφανιστεί ως «πρωθυπουργήσιμος», τόσο περισσότερο αναδεικνύεται η στρατηγική αμηχανία ενός κόμματος που παραμένει εγκλωβισμένο ανάμεσα στην αντιπολιτευτική ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ και στην αδυναμία του να χαράξει αυτόνομη πορεία. Η συζήτηση για το Σύνταγμα, αντί να λειτουργήσει ως πεδίο σοβαρής θεσμικής παρέμβασης, μετατράπηκε τελικά σε ακόμη μία ευκαιρία για αντικυβερνητικά συνθήματα με ακαδημαϊκή επένδυση.
Το ΠΑΣΟΚ της «θεσμικής αγανάκτησης»
Ο Νίκος Ανδρουλάκης προσπαθεί εδώ και μήνες να χτίσει ένα νέο πολιτικό αφήγημα πάνω στην έννοια της «θεσμικής κανονικότητας». Το πρόβλημα είναι ότι η συγκεκριμένη στρατηγική μοιάζει όλο και περισσότερο με επικοινωνιακή ανακύκλωση συνθημάτων χωρίς πολιτικό βάθος. Κάθε δημόσια παρέμβασή του περιλαμβάνει πλέον τις ίδιες λέξεις: θεσμοί, διαφάνεια, λογοδοσία, δημοκρατία, αντίβαρα. Μόνο που η συνεχής επανάληψη δεν αρκεί για να δημιουργήσει δυναμική εξουσίας.
Το ακόμη πιο ειρωνικό είναι ότι το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να εμφανιστεί ως θεματοφύλακας της θεσμικής σοβαρότητας, την ώρα που η ίδια η πολιτική του ταυτότητα παραμένει θολή. Από τη μία επιχειρεί να κλείσει το μάτι στο κέντρο και στους μετριοπαθείς ψηφοφόρους· από την άλλη υιοθετεί σχεδόν αυτούσια τη ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ περί «εκτροπής», «παρακμής» και «κατάλυσης». Το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό υβρίδιο χωρίς καθαρό στίγμα.
Η μόνιμη επένδυση στον αντιμητσοτακισμό
Στην πραγματικότητα, ολόκληρη η στρατηγική Ανδρουλάκη φαίνεται να βασίζεται στην παραδοχή ότι η φθορά της κυβέρνησης θα φέρει αυτόματα την άνοδο του ΠΑΣΟΚ. Πρόκειται για μια πολιτική λογική εξαιρετικά βολική, αλλά και βαθιά προβληματική. Διότι δεν απαντά στο βασικό ερώτημα: γιατί ένας πολίτης να εμπιστευτεί το ΠΑΣΟΚ ως εναλλακτική διακυβέρνησης;
Η φράση «να νικήσουμε τον Μητσοτάκη» έχει μετατραπεί σχεδόν σε ιδεολογική πλατφόρμα για μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης. Όμως η εμμονή στην προσωπική στοχοποίηση του πρωθυπουργού δεν αρκεί για να συγκροτήσει κυβερνητική πρόταση. Και αυτό ακριβώς φάνηκε και στη συνεδρίαση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Αντί για συγκεκριμένο όραμα παραγωγικής ανασυγκρότησης, ανταγωνιστικότητας ή γεωπολιτικής στρατηγικής, το βάρος έπεσε ξανά στις καταγγελίες και στις δραματικές περιγραφές περί «παρακμής της δημοκρατίας».
Η ειρωνεία είναι πως όσο περισσότερο η αντιπολίτευση επενδύει στην υπερβολή, τόσο περισσότερο ενισχύεται η εικόνα πολιτικής σταθερότητας της κυβέρνησης. Διότι ο μέσος πολίτης, παρά τις δυσκολίες και τις επιμέρους διαφωνίες, δεν βλέπει μια χώρα υπό κατάρρευση. Βλέπει μια κυβέρνηση που εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρό ευρωπαϊκό προσανατολισμό, επενδυτική δυναμική και πολιτική κυριαρχία.
Οι «μεγάλες τομές» που θυμίζουν παλιά συνταγή
Οι προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για τη Δικαιοσύνη, την ποινική ευθύνη υπουργών και τη διαφάνεια παρουσιάστηκαν ως μεγάλες θεσμικές τομές. Στην πραγματικότητα, μεγάλο μέρος αυτών ακούγεται είτε αυτονόητο είτε ήδη συζητημένο εδώ και χρόνια στο δημόσιο διάλογο. Η προσπάθεια να παρουσιαστεί η αναθεώρηση ως ιστορική μάχη για τη δημοκρατία έμοιαζε περισσότερο με επικοινωνιακή υπερβολή παρά με ουσιαστική πολιτική πρωτοβουλία.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η προσπάθεια του κ. Ανδρουλάκη να εμφανιστεί ως εκπρόσωπος μιας «νέας πολιτικής ηθικής». Μόνο που το ΠΑΣΟΚ κουβαλά ακόμη το βάρος δεκαετιών εξουσίας, πελατειακών μηχανισμών και πολιτικών αντιφάσεων. Η επίκληση λοιπόν της «διαφάνειας» και της «αξιοκρατίας» ακούγεται συχνά σαν προσπάθεια πολιτικής λήθης.
Το μεγάλο άγχος της πολιτικής επιβίωσης
Πίσω από τους υψηλούς τόνους και τη δραματοποίηση της πολιτικής κατάστασης, διακρίνεται έντονα και κάτι ακόμη: το άγχος πολιτικής επιβίωσης. Το ΠΑΣΟΚ γνωρίζει ότι βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Από τη μία φοβάται την επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα και την πιθανή ανασύνθεση της κεντροαριστεράς γύρω από ένα νέο σχήμα. Από την άλλη αδυνατεί να δημιουργήσει πραγματικό ρεύμα εξουσίας.
Γι’ αυτό και ο Νίκος Ανδρουλάκης ανεβάζει διαρκώς τους αντιπολιτευτικούς τόνους. Ελπίζει ότι μέσα από τη σύγκρουση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη θα αποκτήσει πολιτικό εκτόπισμα. Όμως η πολιτική εμπειρία δείχνει ότι οι πολίτες δύσκολα πείθονται μόνο από την άρνηση. Χρειάζονται και θετικό σχέδιο. Και αυτό ακριβώς εξακολουθεί να λείπει από το σημερινό ΠΑΣΟΚ.
Τελικά, η συνεδρίαση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση περισσότερο επιβεβαίωσε τα στρατηγικά αδιέξοδα της Χαριλάου Τρικούπη παρά ανέδειξε μια πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Και όσο το ΠΑΣΟΚ επενδύει αποκλειστικά στην καταγγελία, τόσο θα μοιάζει περισσότερο με κόμμα πολιτικής διαμαρτυρίας παρά με δύναμη εξουσίας.