Οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που είναι πολύ πιο απλή και πολύ πιο… ενοχλητική για όλους όσοι συνεχίζουν να επενδύουν στην «κατάρρευση Μητσοτάκη».
Πάγια τακτική κομμάτων που οι δημοσκοπήσεις δεν τους… βολεύουν είναι να πετάνε την μπάλα στην εξέδρα και να βάζουν την ίδια κασέτα: «πέφτουν έξω», «είναι κατευθυνόμενες», «εξυπηρετούν συμφέροντα», «φτιάχνουν κλίμα». Κι όμως, οι δημοσκοπήσεις της τελευταίας δεκαετίας –με όλα τα περιθώρια αστοχίας που έχει κάθε επιστημονικό εργαλείο– στο τέλος λένε την αλήθεια, τουλάχιστον ως προς τον νικητή.
Και κυρίως αποτυπώνουν έγκαιρα αυτό που αρκετοί αρνούνται να δουν, παρά το γεγονός ότι πάντα μπορεί να υπάρχουν «κρυφά» ρεύματα, τα οποία εμφανίζονται μόνο στην κάλπη. Άλλωστε, οι δημοσκόποι έχουν αρκετές φορές ξεκαθαρίσει ότι πρόκειται για τη φωτογραφία της στιγμής κι όχι για μια πρόβλεψη του μέλλοντος.
«Συγγνώμη, λάθος»
Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι ακόμα και ο Αλέξης Τσίπρας, που επί αρκετά χρόνια αμφισβητούσε την εγκυρότητά τους, αναγκάστηκε μετά τις απανωτές ήττες να παραδεχθεί στον Δημήτρη Μαύρο ότι «συγγνώμη, κάναμε λάθος». «Τον τιμά. Θα ήθελα να το έχει πει δημοσίως, αλλά και πάλι τον τιμά. Μου ζήτησε συγγνώμη για όλο το προηγούμενο διάστημα», είχε αποκαλύψει το 2019 ο γενικός διευθυντής της MRB.
Λίγα χρόνια αργότερα, εταιρείες που σήμερα κατηγορούνται ως συστημικές, κατέγραψαν τη φθορά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές του 2024. Είναι εκείνες που αποτυπώνουν την πτώση της ΝΔ από το 41% στο 28%, παρά το γεγονός ότι ο Ν. Ανδρουλάκης τον περασμένο Φεβρουάριο σαν άλλος Αλέξης Τσίπρας υποστήριξε (στο Κόντρα) ότι «οι δημοσκοπήσεις συμφωνούν όλες για τη ΝΔ, αλλά για τα υπόλοιπα κόμματα δίνουν κάτι περίεργα πράγματα».
Είναι εκείνες που στις εκλογές του 2019 έδειχναν τη Νέα Δημοκρατία στην εκτίμηση ψήφου μεταξύ 36% και 41%, με σαφές προβάδισμα και εικόνα αυτοδυναμίας, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ κινούνταν μεταξύ 25% και 31%. Το τελικό αποτέλεσμα της 7ης Ιουλίου επιβεβαίωσε σχεδόν απόλυτα τη δημοσκοπική εικόνα.
Σήμερα, πάντως, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο απλή και πολύ πιο… ενοχλητική για όλους όσοι συνεχίζουν να επενδύουν πολιτικά στην «κατάρρευση Μητσοτάκη». Οι τελευταίες μετρήσεις δείχνουν μεν ότι η κυβέρνηση καταγράφει (μικρές) απώλειες, αλλά η αντιπολίτευση αδυνατεί να συγκροτήσει πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί διψήφια διαφορά από το δεύτερο κόμμα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθεί να κυριαρχεί στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός. Και κυρίως, το αίτημα πολιτικής σταθερότητας παραμένει ισχυρότερο από τη διάθεση «τιμωρητικής ψήφου».
Την ίδια στιγμή, το ΠΑΣΟΚ, παρά τη σκληρή ρητορική και την προσπάθεια να εμφανιστεί ως βασικός εκφραστής της αντικυβερνητικής δυσαρέσκειας, παραμένει καθηλωμένο με τον τοξικό του λόγο να δημιουργεί αρνητικές εντυπώσεις. Οι μετρήσεις δείχνουν ότι όχι μόνο δεν μειώνει ουσιαστικά τη διαφορά από τη ΝΔ (η οποία παραμένει σε double score), αλλά κινδυνεύει να βρεθεί υπό πίεση από τα νέα πολιτικά εγχειρήματα που διαμορφώνονται, όπως για παράδειγμα αυτό της Μαρίας Καρυστιανού.
Ταυτόχρονα, το πιθανό κόμμα Τσίπρα αναμένεται να συμπιέσει εκ νέου τα ποσοστά, όταν μάλιστα στελέχη του κόμματος όπως ο Χάρης Καστανίδης έχουν ήδη επιλέξει στρατόπεδο. Ο πρώην πρωθυπουργός φαίνεται να διατηρεί ακόμη επιρροή σε τμήματα της Κεντροαριστεράς και της ευρύτερης Αριστεράς, δημιουργώντας νευρικότητα στη Χαριλάου Τρικούπη.
Σε ό,τι αφορά στην εικόνα στον χώρο της λεγόμενης «αντισυστημικής ψήφου», ενώ έχει καλλιεργηθεί από διάφορα κέντρα η εντύπωση ότι μια πιθανή κίνηση Σαμαρά ή Καρυστιανού θα προκαλούσε δήθεν στρατηγικό πρόβλημα στη ΝΔ, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ακριβώς το αντίθετο. Οι δεξαμενές από τις οποίες αντλούν είναι κυρίως εκείνες της Ακροδεξιάς και της ψήφου διαμαρτυρίας.
Το στοίχημα του κέντρου
Το πραγματικό στοίχημα για το Μέγαρο Μαξίμου και τον Κυριάκο Μητσοτάκη αφορά την επανασύνδεση με τους μετριοπαθείς και κεντρώους ψηφοφόρους που απομακρύνθηκαν στις ευρωεκλογές. Αυτούς, δηλαδή, που είχαν δώσει το 41% το 2023 και προέρχονται από διάφορες κοινωνικές ομάδες –όπως η μεσαία τάξη, διάφοροι επαγγελματίες, φιλοευρωπαίοι ψηφοφόροι, άνθρωποι του πρωτογενούς τομέα– που επέλεξαν σταθερότητα και οικονομική κανονικότητα.