Από τις παροχές των 13 δισ. ευρώ στην «πατριωτική εισφορά» και το περιουσιολόγιο που μπορεί να φτάσει μέχρι κινητή περιουσία, μετοχές, καταθέσεις και αντικείμενα αξίας.
Η «πατριωτική εισφορά» που παρουσίασε ο Αλέξης Τσίπρας ως φόρο 1% στην καθαρή περιουσία του οικονομικά ισχυρότερου 1% αποκτά νέα διάσταση μετά τις δηλώσεις του αναπληρωτή τομεάρχη Οικονομικών της ΕΛ.Α.Σ. Γιώργου Παππά, ο οποίος περιέγραψε ένα περιουσιολόγιο που δεν θα περιορίζεται στην ακίνητη περιουσία, αλλά θα καταγράφει μετοχές, ομόλογα, καταθέσεις και κάθε άλλο περιουσιακό στοιχείο, αφήνοντας ανοιχτή ακόμη και την αναφορά σε κοσμήματα και αντικείμενα αξίας που βρίσκονται σε θυρίδες.
Την ίδια στιγμή, ο ίδιος αποκάλυψε ότι τα έσοδα από την «πατριωτική εισφορά» δεν έχουν συμπεριληφθεί στην κοστολόγηση του οικονομικού προγράμματος της ΕΛ.Α.Σ., καθώς, όπως υποστήριξε, δεν έχει ολοκληρωθεί το περιουσιολόγιο. Έτσι, δίπλα στον ήδη βαρύ λογαριασμό των εξαγγελιών που το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης υπολογίζει σε περίπου 13 δισ. ευρώ ετησίως, εμφανίζεται ένας δεύτερος, άγνωστος ακόμη λογαριασμός εσόδων από έναν νέο φόρο περιουσίας.
Και κάπου εδώ το «νέο κουστούμι» του Αλέξη Τσίπρα αποκτά μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα πολιτική λεπτομέρεια: η παροχολογία παρουσιάζεται μεν αναλυτικά, αλλά η φορολογική πλευρά του σχεδίου φαίνεται να έχει ακόμη αρκετές σελίδες που δεν έχουν ανοίξει μπροστά στους πολίτες.
Γιατί το ζήτημα δεν είναι αν πρέπει να φορολογείται περισσότερο η μεγάλη περιουσία. Αυτό μπορεί να αποτελέσει απολύτως θεμιτό αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης. Το ζήτημα είναι τι ακριβώς θα καταγραφεί, πώς θα αποτιμηθεί, ποιος θα ελέγχει τα στοιχεία, ποια θα είναι η διάρκεια του μέτρου και κυρίως πόσα έσοδα υπολογίζει να εισπράξει η ΕΛ.Α.Σ. από αυτό.
Όταν μάλιστα η ίδια η πλευρά που εξαγγέλλει τον φόρο λέει ότι τα σχετικά έσοδα δεν έχουν ακόμη μπει στον λογαριασμό επειδή δεν υπάρχει πλήρης εικόνα της περιουσίας, τότε η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τα «λεφτά που θα δοθούν» και αρχίζει να αφορά και τα «λεφτά που δεν έχουν ακόμη αποκαλυφθεί ότι θα ζητηθούν».
Το περιουσιολόγιο που ανοίγει νέα φορολογική συζήτηση
Εδώ πλέον το «νέο κουστούμι» του Αλέξη Τσίπρα αρχίζει να αποκτά πολύ γνώριμες αποχρώσεις. Γιατί μπορεί στη Θεσσαλονίκη να παρουσιάστηκε ένα πρόγραμμα με συνθήματα περί κοινωνικής δικαιοσύνης, αναδιανομής και στήριξης της μεσαίας τάξης, όμως πίσω από τις παροχές υπάρχει και μια άλλη πλευρά της εξίσωσης: η φορολογία. Και όχι απλώς η φορολογία εισοδήματος.
Η «πατριωτική εισφορά» του 1% στην καθαρή περιουσία του ισχυρότερου 1% συνοδεύεται από ένα περιουσιολόγιο το οποίο, σύμφωνα με την περιγραφή του αναπληρωτή τομεάρχη Οικονομικών της ΕΛ.Α.Σ., θα πρέπει να καταγράψει ουσιαστικά το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης.
Το ζήτημα που προκύπτει πλέον από την «πατριωτική εισφορά» του Τσίπρα δεν είναι απλώς πόσα χρήματα θα εισπράξει το κράτος από το πλουσιότερο 1%. Είναι πολύ βαθύτερο: είναι τι ακριβώς περιουσιολόγιο θέλει να δημιουργήσει, ποια περιουσιακά στοιχεία θα καταγράφονται, πώς θα αποτιμώνται και κυρίως πώς θα χρησιμοποιηθούν αύριο αυτά τα δεδομένα για τη φορολόγηση των πολιτών. Γιατί όταν στο ίδιο φορολογικό κάδρο μπαίνουν ακίνητα, καταθέσεις, μετοχές, ομόλογα, επενδύσεις, οχήματα και γενικώς κινητή και ακίνητη περιουσία, η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους πολύ πλούσιους. Αφορά δυνητικά ολόκληρη την κοινωνία.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική αντίφαση. Άλλο πράγμα η δίκαιη φορολόγηση του εισοδήματος και άλλο η λογική μιας διαρκώς διευρυνόμενης φορολογικής καταγραφής της περιουσίας, πάνω στην οποία μπορεί να χτιστεί μια νέα αναδιανεμητική πολιτική.
Η αναδιανομή δεν είναι οικονομικά ουδέτερη έννοια. Όταν φορολογείται ο συσσωρευμένος πλούτος, δεν φορολογείται μόνο ο «μεγάλος πλούτος» ως αφηρημένη έννοια. Φορολογείται η αποταμίευση, η επένδυση, η περιουσία που δημιουργήθηκε σε βάθος χρόνου και, σε ορισμένες περιπτώσεις, περιουσιακά στοιχεία που δεν παράγουν καν εισόδημα.
Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο το «περιουσιολόγιο» μπορεί να μετατραπεί από εργαλείο φορολογικής διαφάνειας σε φορολογική παγίδα. Διότι η μεσαία τάξη δεν αποτελείται μόνο από ανθρώπους που έχουν έναν μισθό και ένα σπίτι. Υπάρχουν οικογένειες με μικρές επενδύσεις, μετοχές, καταθέσεις, ένα δεύτερο ακίνητο, οικογενειακά κειμήλια, αντικείμενα αξίας ή περιουσία που πέρασε από γενιά σε γενιά. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος βρίσκεται σήμερα στο «ισχυρό 1%». Είναι ποιος θα βρίσκεται αύριο στο φορολογικό μικροσκόπιο ενός συστήματος που θα έχει πλέον καταγράψει τα πάντα.
Από το «ισχυρό 1%» στη μεσαία τάξη
Η απάντηση ότι η εισφορά αφορά μόνο το πλουσιότερο 1% δεν λύνει αυτομάτως το πρόβλημα. Γιατί το κρίσιμο είναι η αρχιτεκτονική του συστήματος. Αν δημιουργηθεί ένα πλήρες περιουσιολόγιο, η πολιτική εξουσία θα διαθέτει για πρώτη φορά μια πολύ πιο αναλυτική εικόνα της συνολικής περιουσιακής κατάστασης των πολιτών. Και τότε η σημερινή έκτακτη εισφορά μπορεί να αποτελέσει απλώς την πρώτη εφαρμογή ενός μηχανισμού που, ανάλογα με τις πολιτικές αποφάσεις της επόμενης ημέρας, μπορεί να διευρυνθεί.
Άλλωστε, ο ίδιος ο Γιώργος Παππάς παραδέχθηκε ότι η «πατριωτική εισφορά» δεν έχει ενταχθεί στον σημερινό λογαριασμό του προγράμματος, επειδή το περιουσιολόγιο δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και επομένως δεν είναι γνωστό πόσα ακριβώς μπορεί να αποδώσει. Αυτή η παραδοχή είναι ίσως σημαντικότερη από το ίδιο το 1%. Γιατί σημαίνει ότι υπάρχει ένας πρόσθετος φορολογικός λογαριασμός, το μέγεθος του οποίου σήμερα δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια.
Και κάπου εδώ τα «λεφτόδεντρα» αποκτούν μια ακόμη διάσταση. Δεν είναι μόνο οι παροχές που πρέπει να κοστολογηθούν. Είναι και τα έσοδα που υποτίθεται ότι θα τις χρηματοδοτήσουν. Όταν όμως ένα από τα βασικά εργαλεία άντλησης εσόδων δεν μπορεί ακόμη να υπολογιστεί επειδή δεν έχει ολοκληρωθεί η καταγραφή της περιουσίας, τότε η πραγματική δημοσιονομική εικόνα παραμένει ανοιχτή.
Η επικίνδυνη πλευρά της αποεπένδυσης
Υπάρχει όμως και ένας ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος, που αφορά την ίδια την οικονομία. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει την αποταμίευση και την επένδυση ως κάτι που μπορεί να φορολογείται χωρίς συνέπειες. Χρειάζεται κεφάλαια, χρειάζεται επενδύσεις, χρειάζεται ιδιωτική οικονομική δραστηριότητα και χρειάζεται να συνεχίσει να βελτιώνει την αξιοπιστία της στις διεθνείς αγορές.
Η επιβολή ενός νέου φόρου στην περιουσία, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με ένα πολύ ευρύ σύστημα καταγραφής και αποτίμησης περιουσιακών στοιχείων, μπορεί να δημιουργήσει κίνητρα αποεπένδυσης. Ο επενδυτής δεν κοιτάζει μόνο πόσο αποδίδει μια επένδυση. Κοιτάζει και το συνολικό φορολογικό κόστος, τη σταθερότητα του πλαισίου και το αν το κράτος μεταβάλλει διαρκώς τους κανόνες του παιχνιδιού. Και όταν το κεφάλαιο μπορεί να μετακινηθεί, η επιλογή δεν είναι θεωρητική.
Ο ίδιος ο Παππάς, άλλωστε, απάντησε στο ενδεχόμενο φυγής κεφαλαίων με το επιχείρημα ότι «το διεθνές κεφάλαιο είναι διεθνές». Ακριβώς. Και αυτό είναι το πρόβλημα. Το κεφάλαιο είναι διεθνές. Οι επενδύσεις είναι διεθνείς. Οι επιχειρήσεις συγκρίνουν φορολογικά καθεστώτα και οι επενδυτές επιλέγουν πού θα τοποθετήσουν τα χρήματά τους. Δεν υπάρχει κανένας οικονομικός νόμος που να υποχρεώνει το κεφάλαιο να παραμείνει στην Ελλάδα εάν το φορολογικό και επενδυτικό περιβάλλον καταστεί λιγότερο ελκυστικό.
Την ώρα που η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερες επενδύσεις
Και εδώ βρίσκεται η πραγματική αντίφαση της πρότασης. Η Ελλάδα έχει κάνει τα τελευταία χρόνια μια δύσκολη διαδρομή από την κρίση χρέους, την αμφισβήτηση και την απώλεια εμπιστοσύνης προς την επιστροφή στην επενδυτική κανονικότητα. Οι αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης και η διατήρηση της επενδυτικής βαθμίδας δεν είναι διακοσμητικές επιτυχίες. Είναι μέρος της προσπάθειας να μειωθεί το κόστος χρηματοδότησης, να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη και να προσελκυθούν κεφάλαια.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η επιστροφή σε μια πολιτική που αντιμετωπίζει την περιουσία πρωτίστως ως φορολογική βάση δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα: θέλουμε να ενθαρρύνουμε τον πολίτη να αποταμιεύει και να επενδύει ή θέλουμε να τον κάνουμε να σκέφτεται πώς θα προστατεύσει την περιουσία του από την επόμενη φορολογική επιβάρυνση;
Γιατί η επένδυση δεν είναι μόνο τα μεγάλα funds και οι πολυεθνικές. Είναι και ο μικρός μέτοχος, ο οικογενειάρχης που έχει αγοράσει μετοχές, ο πολίτης που διατηρεί αποταμιεύσεις, η οικογένεια που έχει ένα ακίνητο από τους γονείς της, ο επαγγελματίας που έχει επενδύσει τα κέρδη του στην επιχείρησή του. Η οικονομία δεν χρειάζεται μόνο «μεγάλους πλούσιους» για να λειτουργήσει. Χρειάζεται μια ευρεία κουλτούρα αποταμίευσης, επένδυσης και δημιουργίας περιουσίας.
Η «κρυφή ατζέντα» είναι το αύριο
Γι’ αυτό και η συζήτηση περί «κρυφής ατζέντας» δεν αφορά κατ’ ανάγκη μια κρυφή πρόθεση που κάποιος μπορεί να αποδείξει σήμερα. Αφορά τον εύλογο πολιτικό προβληματισμό για το τι μπορεί να ακολουθήσει όταν δημιουργείται ένας μηχανισμός που καταγράφει συνολικά την περιουσία και στη συνέχεια χρησιμοποιείται ως βάση για φορολογικές παρεμβάσεις. Η σημερινή εξαγγελία μπορεί να αφορά το 1%. Το ερώτημα είναι τι θα συμβεί όταν το σύστημα θα έχει καταγράψει το 100%.
Και τότε η πολιτική συζήτηση δεν θα περιορίζεται στους «πλούσιους». Θα αφορά το πώς το κράτος αντιλαμβάνεται την ιδιωτική περιουσία, την αποταμίευση, την επένδυση και τελικά την ίδια την οικονομική αυτονομία του πολίτη.
Αυτό είναι που λείπει από την πανηγυρική παρουσίαση της «πατριωτικής εισφοράς». Δεν αρκεί να ακούμε πόσα θα πάρει το κράτος από εκείνους που έχουν περισσότερα. Πρέπει να ξέρουμε πόσα ακριβώς, για πόσα χρόνια, με ποιον μηχανισμό, με ποια αποτίμηση, με ποια όρια και —κυρίως— ποια θα είναι η επίδραση στην αποταμίευση και στις επενδύσεις.
Γιατί τα λεφτά δεν φυτρώνουν στα δέντρα. Και τα κεφάλαια δεν έχουν πατρίδα όταν η οικονομική πολιτική τα κάνει να αισθάνονται ανεπιθύμητα. Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερη επένδυση, όχι περισσότερα κίνητρα για αποεπένδυση. Χρειάζεται κεφάλαια που θα μπουν στην οικονομία, όχι κεφάλαια που θα αναζητήσουν την έξοδο. Και χρειάζεται μια μεσαία τάξη που θα δημιουργεί περιουσία, όχι μια μεσαία τάξη που θα φοβάται μήπως η περιουσία που δημιούργησε γίνει αύριο η επόμενη φορολογική βάση.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται ο πραγματικός λογαριασμός της πρότασης Τσίπρα. Όχι μόνο στο πόσα υπόσχεται να μοιράσει, αλλά στο τι οικονομία θα αφήσει πίσω του αν για να τα μοιράσει χρειαστεί να φορολογήσει την ίδια την αποταμίευση, την επένδυση και τη δημιουργία πλούτου.