Πόσοι έγιναν σοφότεροι από την τετράωρη συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα είναι άγνωστο.
Το πόσοι πείστηκαν, επίσης, και αυτό είναι το σημαντικό. Αν δηλαδή ο Αλέξης Τσίπρας, είτε με το πρόγραμμά του είτε με τις απαντήσεις που έδωσε, κατάφερε να πείσει ή έστω να κινήσει το ενδιαφέρον ψηφοφόρων, ειδικά από την πλευρά του Κέντρου, όπου επιχείρησε με κάποιο τρόπο να απευθυνθεί.
Αν και τα περί «πατριωτικού φόρου» και οι εξηγήσεις μάλλον προκάλεσαν αναταραχή λόγω της «δημιουργικής ασάφειας» που άφησε πολλά κενά. Κενά τα οποία ξύπνησαν μνήμες από την πάλαι ποτέ «φορολόγηση της ελίτ», η οποία κατέληξε σε μπαράζ φόρων σε βάρος της μεσαίας τάξης, αλλά και των χαμηλόμισθων και των κοινωνικά ευάλωτων. Αλλωστε, ούτε ο ίδιος δεν κατάφερε να δώσει ένα… στίγμα αναφορικά με το ποιους θα φορολογήσει, πώς θα τους φορολογήσει αλλά και πού θα τους βρει. Τα περί «παγκόσμιας βάσης δεδομένων» ενός εργαστηρίου που δραστηριοποιείται σε γαλλικό πανεπιστήμιο, μη σας πούμε ότι θύμισε κάτι από… Ινστιτούτο Φλωρεντίας, τότε με τις τηλεοπτικές άδειες.
Το «κεντρώο» κοστούμι
Δεν είναι μόνο αυτό το θέμα. Στη συνέντευξη ο Αλέξης Τσίπρας επιχείρησε να φορέσει ένα κοστούμι που μάλλον ήταν στενό. Μπορεί να μη φορούσε γραβάτα, αλλά έδειχνε κάτι να τον ενοχλεί και να δυσφορεί, σε σημείο που να δίνει προς τα έξω μια εικόνα, θα μπορούσε κανείς να πει, βαριεστημάρας. Οφείλεται στην προσπάθεια που κατέβαλε, ενδεχομένως, να δώσει μια εικόνα πιο light. Ενα προφίλ πιο «rebrandισμένο» -επιτρέψτε μας- που να κοιτάζει προς το Κέντρο.
Ενδεχομένως να θεωρούν στην Αμαλίας ότι την αριστερή πλευρά «την έχει» ο Α. Τσίπρας και να προτίμησαν μια τακτική που απευθύνεται στον χώρο τον οποίο έχει αφήσει κενό το ΠΑΣΟΚ και δείχνει να καταλαμβάνει όλο και περισσότερο ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Θέλησε να απευθυνθεί στους «νοικοκυραίους», αυτούς που σύντροφοί του -ακόμη κι αν τους έχει χαρακτηρίσει εμμέσως και ο ίδιος πρώην- αναφέρουν ως «κυρ Παντελήδες». Εκείνους που αποτελούν τη σιωπηρή πλειοψηφία της Ελλάδας, που εργάζεται και επιλέγει τη σταθερότητα και την ασφάλεια για ένα καλό παρόν και ένα ακόμη καλύτερο μέλλον.
Το ακροατήριο
Στο πλαίσιο αυτό προκύπτει ένα ακόμη ερώτημα, πριν από αυτό για το πόσους κατάφερε να πείσει. Και είναι το εάν τον άκουσαν. Οχι αν παρακολούθησαν τη συνέντευξη, αλλά αν υπάρχει κόσμος που ακούει αυτά που λένε ο ίδιος και τα στελέχη του, ειδικά μετά τα περί «ριφιφί» στις θυρίδες και τους φόρους, αλλά και τα παραδείγματα σχετικά με τη φορολόγηση μεγάλων καταθέσεων που, αν μη τι άλλο, είναι τελείως στον αέρα.
Για να πείσει ένας πολιτικός πρέπει να υπάρχει και ένα ακροατήριο που ακούει. Δεν μιλάμε για οπαδούς που λειτουργούν με κομματικά γυαλιά -ανεξαρτήτου χρώματος και κόμματος- αλλά για εκείνους που συγκρίνουν πριν κρίνουν. Και που ποντάρουν στο πρόσωπο που θα ηγηθεί της πορείας της χώρας.
Το να υποστηρίζει ένας πολιτικός -οποιοσδήποτε πολιτικός- ότι αποτελεί την ευκαιρία για τη χώρα, δεν ξέρουμε κατά πόσο βρίσκει ανταπόκριση στην πλειονότητα των πολιτών. Το να δηλώνει πως δεν είχε πρώτη ευκαιρία για να ζητά δεύτερη, επίσης.
Οχι τίποτα άλλο, αλλά εξελέγη δύο φορές πρωθυπουργός το 2015, τάζοντας άλλα από αυτά που έκανε, και επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης το 2019 με ένα μεγάλο ποσοστό, πριν φτάσει στο 17,8% του 2023.
Γιατί στο πολίτευμά μας και η θέση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης «ευκαιρία» είναι.
* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο»