Το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας κοστολογεί το πρόγραμμα Τσίπρα περισσότερες από πέντε φορές παραπάνω απ’ ό,τι δήλωσε ο πρώην πρωθυπουργός στη ΔΕΘ.
Το χάσμα στην κοστολόγηση
Στη δημοσιονομική πολιτική, οι αριθμοί οφείλουν να αποτυπώνουν την πραγματικότητα και όχι τις επιθυμίες, υπό το πρίσμα μάλιστα λαϊκίστικων εντυπώσεων. Οταν λοιπόν η διαφορά στην κοστολόγηση ενός πολιτικού προγράμματος φτάνει από τα 7,5 δισ. ευρώ στα πάνω από 40 δισ. ευρώ, το ζήτημα παύει να είναι μια απλή διαφωνία εκτιμήσεων και μετατρέπεται σε μεθοδολογικό και ουσιαστικό χάσμα.
Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών πέρασε από κόσκινο τις εξαγγελίες του Αλέξη Τσίπρα, χαρακτηρίζοντας την παρουσίαση του προγράμματός του «πλήρως παραπλανητική». Η θεμελιώδης ένσταση του ΥΠΕΘΟ εστίασε στον τρόπο υπολογισμού, δηλαδή αντί να προσμετράται το σωρευτικό ετήσιο κόστος, όπως επιτάσσει ο πολυετής δημοσιονομικός προγραμματισμός, εμφανίζονται ετήσιες δαπάνες διαιρεμένες διά του τέσσερα ή απλώς το οριακό επιπλέον κόστος κάθε χρονιάς.
Αποκλίσεις σε Υγεία και Παιδεία
Η ακτινογραφία του υπουργείου στους τομείς της Υγείας, της Παιδείας και της κοινωνικής μέριμνας αποκαλύπτει εκτεταμένες αποκλίσεις. Για την οριζόντια αύξηση των 500 ευρώ τον μήνα στους 128.000 εργαζόμενους της Δημόσιας Υγείας, η πλευρά Τσίπρα παρουσίασε ετήσιο κόστος 225 εκατ. ευρώ. Το ΥΠΕΘΟ υπολογίζει ότι 128.000 εργαζόμενοι επί 500 ευρώ επί 12 μήνες, μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές, απαιτούν 900 εκατ. ευρώ ετησίως, ποσό που πρέπει να εγγράφεται κάθε χρόνο από το 2027 έως το 2030.
Στην Παιδεία, η αύξηση των 300 ευρώ τον μήνα για 200.000 εκπαιδευτικούς κοστολογείται από το υπουργείο στα 840 εκατ. ευρώ ετησίως με τις εισφορές, ενώ για τις 30.000 προσλήψεις μόνιμων εκπαιδευτικών το πραγματικό ετήσιο κόστος ανέρχεται σε 569 εκατ. ευρώ και όχι στα 150 εκατ. ευρώ. Αντίστοιχα, η επιδότηση 80.000 φοιτητών με 500 ευρώ μηνιαίως για 10 μήνες διαμορφώνει ετήσιο λογαριασμό 400 εκατ. ευρώ για κάθε έτος της τετραετίας.
Παράλληλα, το ΥΠΕΘΟ σημειώνει ότι η σταδιακή κατάργηση της συμμετοχής στα φάρμακα θα έπρεπε να εμφανίζει σωρευτικό κόστος 450 εκατ. ευρώ το 2029 (για μείωση 50%) και 900 εκατ. ευρώ το 2030. Στην καθολική προσχολική αγωγή το σωρευτικό κόστος το 2030 ανέρχεται σε 600 εκατ. ευρώ αντί των 400 εκατ. ευρώ που δηλώθηκαν, ενώ στα δωρεάν σχολικά γεύματα απαιτούνται 165 εκατ. ευρώ το 2029 και 165 εκατ. ευρώ το 2030, αντί για 90 εκατ. ευρώ και μηδέν αντίστοιχα. Για την Εθνική Εγγύηση Φροντίδας δε, το ετήσιο σωρευτικό βάρος εκτιμάται στα 336 εκατ. ευρώ το 2030.
Μέτρα που μηδενίζονται
Ενα από τα πιο ακανθώδη σημεία της κριτικής αφορά τα μέτρα που εμφανίζονται να κοστολογούνται για έναν χρόνο και στη συνέχεια να «μηδενίζονται». Το υπουργείο διερωτάται αν η μείωση του ΦΠΑ στο 6% σε βασικά προϊόντα (κόστους 400 εκατ. ευρώ, όταν η μείωση σε τρόφιμα και είδη υγιεινής αγγίζει τα 1,8 δισ. ευρώ) θα καταργηθεί το 2028 επανερχόμενη στο 13%.
Αδιευκρίνιστο παραμένει γιατί μηδενίζεται μετά το 2027 ή το 2028 το κόστος για τις δωρεάν αστικές μετακινήσεις, τους εποχικούς πυροσβέστες, τον νέο μηχανισμό του ΕΛΓΑ, αλλά και την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος (που υπολογίζεται σε 240 εκατ. ευρώ).
Οι αμφισβητούμενες πηγές εσόδων
Στο σκέλος των εσόδων, οι παραδοχές του προγράμματος αξιολογούνται ως εξαιρετικά εύθραυστες, επιδεχόμενες σφοδρής κριτικής. Η προσδοκία για επιπλέον 400 εκατ. ευρώ από τη φορολόγηση μερισμάτων –δηλαδή υπερδιπλασιασμός έναντι των 361 εκατ. ευρώ που εισπράττονται σήμερα– αγνοεί την αποδεδειγμένη ελαστικότητα του μέτρου.
Το ΥΠΕΘΟ υπενθυμίζει ότι όταν ο συντελεστής αυξήθηκε το 2017 από το 10% στο 15%, τα έσοδα υποχώρησαν από 196 εκατ. ευρώ (2016) σε 193 εκατ. ευρώ (2017). Αντίθετα, όταν ο φόρος μειώθηκε στο 5% το 2020, τα δηλωθέντα εισοδήματα εξακοντίστηκαν από 1,44 δισ. ευρώ σε 5,48 δισ. ευρώ και τα έσοδα από 144 εκατ. ευρώ το 2019 έφτασαν τα 274 εκατ. ευρώ.
Ερωτήματα εγείρονται και για την προσδοκία 300 εκατ. ευρώ από τον συμπληρωματικό ΕΝΦΙΑ στα νομικά πρόσωπα, αλλά και για την πρόβλεψη 900 εκατ. ευρώ το 2030 από τον αναβαλλόμενο φόρο των τραπεζών. Η μεγαλύτερη όμως απόκλιση προέρχεται από παρεμβάσεις που δεν κοστολογήθηκαν καθόλου.
Οι παρεμβάσεις χωρίς κόστος
Η εξαγγελία για 50.000 προσιτές κατοικίες (των 80 τ.μ. με 1.500 ευρώ/τ.μ.) απαιτεί 1,5 δισ. ευρώ ετησίως ή 6 δισ. ευρώ στην τετραετία, αλλά εγγράφηκε ως μηδενική. Η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 1.000 ευρώ από το 2027 επιβαρύνει το Δημόσιο με 859 εκατ. ευρώ ετησίως λόγω της αυτόματης συμπαράσυρσης των μισθολογίων.
Η απόδοση του τέλους ανθεκτικότητας στους δήμους στερεί 0,59 δισ. ευρώ ετησίως από ήδη δεσμευμένα έργα του Προγράμματος Φυσικών Καταστροφών. Η αύξηση των πόρων του Πράσινου Ταμείου προσθέτει 0,16 δισ. ευρώ ετησίως, ενώ ο νέος «Φιλόδημος» (250 εκατ. ευρώ από το ΠΔΕ και 450 εκατ. ευρώ από δάνεια της ΕΤΕΠ) συνεπάγεται ετήσιο δημοσιονομικό βάρος 0,7 δισ. ευρώ.
Οταν όλα αυτά τα δεδομένα αθροιστούν, το συμπέρασμα του υπουργείου Οικονομικών είναι κατηγορηματικό και δείχνει ότι το πραγματικό κόστος του προγράμματος δεν είναι 7,5 δισ. ευρώ, αλλά υπερβαίνει τα 40 δισ. ευρώ. Το ΥΠΕΘΟ καλεί τον Αλέξη Τσίπρα να υποβάλει τις προτάσεις του στο Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, σημειώνοντας ότι η υπεύθυνη διακυβέρνηση απαιτεί ρεαλισμό και πλήρη διαφάνεια στους αριθμούς.