Ο Αλέξης Τσίπρας παρουσίασε το «Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης ΙΙ», το οποίο κινείται στο ίδιο μοτίβο με το πρώτο.

Σε ένα ακόμη επεισόδιο πολιτικού και ανέξοδου λαϊκισμού, ο Αλέξης Τσίπρας αποφάσισε από τη Θεσσαλονίκη να παρουσιάσει το υποτιθέμενο «νέο» οικονομικό πρόγραμμα του εγχειρήματος της ΕΛΑΣ, με ορίζοντα το 2030. Πρόκειται για ένα κόμμα που ίδρυσε πριν από λίγους μήνες και το οποίο ήδη υποχωρεί στα ποιοτικά στοιχεία των δημοσκοπήσεων. Όπως ήταν απολύτως αναμενόμενο για όσους παρακολουθούν τη διαδρομή του, το περίφημο «λεφτόδεντρο» τίναξε για άλλη μια φορά τους καρπούς του στον αέρα.

Ένα πρόγραμμα με παλιές συνταγές

Κατά την προσφιλή και δοκιμασμένη τακτική του να τάζει με άνεση τα πάντα στους πάντες και να τα ξεχνά την αμέσως επόμενη στιγμή, ο πρώην πρωθυπουργός επιχείρησε να σερβίρει ξαναζεσταμένο φαγητό, τυλιγμένο αυτή τη φορά με το περιτύλιγμα μιας δήθεν τεχνοκρατικής κοστολόγησης -υπήρχε αγωνία γι’ αυτό- και μιας προκλητικά βαφτισμένης «Πατριωτικής Εισφοράς».

Οι εξαγγελίες για ένα πρόγραμμα με μεικτό κόστος 7,39 δισ. ευρώ για την τετραετία 2027-2030, με υποτιθέμενα μόνιμα νέα έσοδα 1,92 δισ. ευρώ, καθαρή δαπάνη 5,47 δισ. ευρώ και διαθέσιμο χώρο περίπου 5,60 δισ. ευρώ, αντιμετωπίστηκαν ως ένα ακόμη λογιστικό πυροτέχνημα.

Όσο κι αν το επιτελείο του στην οδό Αμαλίας προσπάθησε, με διαρροές, να πείσει ότι η πρόταση είναι «πλήρως κοστολογημένη» και ότι την επεξεργάστηκε μια κλειστή ομάδα λίγων στενών συνεργατών -ανάμεσά τους οι Γιώργος Χουλιαράκης, Δημήτρης Λιάκος, Φραγκίσκος Κουτεντάκης και Ευγενία Φωτονιάτα- η πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη. Το αφήγημα περί δημοσιονομικής σοβαρότητας καταρρέει κάτω από το ίδιο το βάρος της πολιτικής ιστορίας του εμπνευστή του.

Η «Πατριωτική Εισφορά»

Ακούγοντας τον Αλέξη Τσίπρα να μιλά έμμεσα αλλά και ουσιαστικά για «Πατριωτική Εισφορά» των εχόντων, οι πολιτικοί παρατηρητές δεν μπορούσαν να κρύψουν τα μειδιάματά τους, φέρνοντας στη μνήμη τους τα πεπραγμένα της διακυβέρνησής του.

Όλοι θυμούνται πώς οριζόταν η έννοια του «έχοντος» από τους υπουργούς Οικονομικών της δικής του κυβέρνησης, αφού τότε ήταν «αποδιοπομπαίος τράγος» οποιοσδήποτε πολίτης είχε την «ατυχία» να δηλώνει ετήσιο εισόδημα πάνω από 20.000 ευρώ.

Αυτή η μεσαία τάξη, που τότε εξοντώθηκε κάτω από το βάρος της ανελέητης φορολογικής επιδρομής, καλείται τώρα να πιστέψει ότι το νέο σχέδιο επικεντρώνεται στην ανακούφισή της και στην ενίσχυση του επιχειρείν. Η ειρωνεία δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη, καθώς η επίκληση του «πατριωτισμού» για την επιβολή νέων χαρατσιών θυμίζει τις χειρότερες στιγμές μιας ιδεολογικά αγκυλωμένης φορομπηχτικής πολιτικής.

Το πλέον εξωφρενικό στοιχείο της νέας πρότασης είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται ήδη η ίδια αυτή η «Πατριωτική Εισφορά». Οι ακριβείς λεπτομέρειες για το ποιοι θα είναι οι υπόχρεοι, με ποια κριτήρια θα υπολογίζεται και ποιο θα είναι το τελικό ύψος της εισφοράς προκαλούν ήδη πολλές συζητήσεις.

Πάντως, ενώ η «Πατριωτική Εισφορά» παρουσιάστηκε ως κομβικό εργαλείο που θα αυξήσει κατακόρυφα τον ετήσιο δημοσιονομικό χώρο, οι συνεργάτες του πρώην πρωθυπουργού έσπευδαν να διευκρινίσουν ότι το πρόγραμμα βγαίνει και «αφήνει αποθεματικό» ακόμη και χωρίς αυτήν. Δηλαδή, καλούν τους πάντες να πιστέψουν ότι σχεδίασαν μέτρα 7,39 δισ. ευρώ, αλλά η υποχρεωτική εισφορά που θα επιβάλουν θα είναι απλώς ένα «κερασάκι στην τούρτα» για ακόμη μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο. Πρόκειται για μια πρωτοφανή αλχημεία που προσβάλλει την κοινή λογική και αποδεικνύει ότι η τακτική του ανέξοδου λαϊκισμού παραμένει η μόνη σταθερά του πολιτικού λόγου Τσίπρα.

Επενδύσεις και «δίκαιη ανάπτυξη»

Παράλληλα, το σχέδιό του υπόσχεται την αντικατάσταση του Ταμείου Ανάκαμψης από ένα Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης, τάζοντας επενδύσεις, θεσμικές αλλαγές και δίκαιη ανάπτυξη με ορίζοντα το 2030. Το γενικόλογο σύνθημα «Παράγουμε περισσότερο, Μοιράζουμε δικαιότερα, Ζούμε καλύτερα» επαναλαμβάνεται σχεδόν μονότονα ως πανάκεια για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, δίνοντας έμφαση στον πρωτογενή τομέα και στη μικρότερη φορολόγηση των μικρομεσαίων.

Ωστόσο, η προσπάθεια του Αλέξη Τσίπρα να αγγίξει ευρύτερα αριστερά ακροατήρια πέφτει στο κενό. Οι πολίτες έχουν πλέον νωπή τη μνήμη και γνωρίζουν καλά τη χαώδη απόσταση που χωρίζει τις μεγαλόστομες διακηρύξεις του από την εφαρμοζόμενη πολιτική. Η επίκληση της «δημοσιονομικής αξιοπιστίας» ως προοδευτικής υποχρέωσης ακούγεται τουλάχιστον ως αστείο, όταν προέρχεται από το ίδιο πρόσωπο που στο παρελθόν αμφισβήτησε κάθε έννοια σοβαρότητας στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών.

Όσες φορές κι αν επαναληφθεί το πομπώδες «λέμε από πριν τι χωράει, πότε χωράει και ποιος το πληρώνει», η απάντηση της κοινωνίας και της οικονομίας είναι ήδη δοσμένη. Θυμούνται ξεκάθαρα ότι, μέχρι να καταργηθεί πριν από λίγες ημέρες η προσωπική διαφορά, οι απόμαχοι της ζωής βίωναν τη ληστρική αφαίμαξη της κυβέρνησης Τσίπρα.

Ο πρώην πρωθυπουργός, για πολλούς παρατηρητές, απέδειξε για άλλη μια φορά ότι παραμένει αμετανόητος ερασιτέχνης των αριθμών, εγκλωβισμένος στις ίδιες πρακτικές, μοιράζοντας υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα και θεωρώντας ότι οι πολίτες συνεχίζουν να τρέφουν αυταπάτες για τα αστείρευτα «λεφτόδεντρα» της πολιτικής του φαντασίας.

Το σχόλιο της παλιάς εποχής

Πάντως, το κεντρικό μήνυμα της εκδήλωσης ήρθε από αλλού.

Πρόσωπο της παλιάς εποχής του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ, στο περιθώριο της εκδήλωσης, πάνω στον ενθουσιασμό του γι’ αυτά που άκουγε, σχολίασε με χιούμορ, λέγοντας άθελά του μια μεγάλη αλήθεια:

«Ήρθε η ώρα να πληρώσουν οι ολιγάρχες, εκτός από αυτούς που μας στηρίζουν…».