Ο Αλέξης Τσίπρας ανακάλυψε ξανά τον τροχό. Μόνο που αυτή τη φορά τον βάφτισε «πατριωτική εισφορά» και τον έβαλε να κάνει κύκλους γύρω από το πλουσιότερο 1% των Ελλήνων.

Η ιδέα ακούγεται απλή. Παίρνεις 1% από την καθαρή περιουσία των πλουσίων και γεμίζεις τα δημόσια ταμεία. Μόνο που υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια. Το πείραμα έχει ήδη γίνει στην Ευρώπη. Και οι περισσότερες χώρες που το δοκίμασαν τελικά το εγκατέλειψαν.

Το 1990, δώδεκα χώρες του ΟΟΣΑ είχαν φόρο καθαρής περιουσίας. Η Αυστρία τον κατάργησε το 1994. Η Δανία και η Γερμανία το 1997. Η Ολλανδία το 2001. Η Φινλανδία, η Ισλανδία και το Λουξεμβούργο το 2006. Η Σουηδία το 2007. Και η Γαλλία, η τελευταία από τις μεγάλες ευρωπαϊκές περιπτώσεις, κατάργησε τον γενικό φόρο περιουσίας το 2018 και τον αντικατέστησε με φόρο που αφορά την ακίνητη περιουσία υψηλής αξίας.

Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο πολιτικό. Ήταν και αριθμητικό. Τα έσοδα από αυτούς τους φόρους ήταν συχνά περιορισμένα σε σχέση με το διοικητικό κόστος και τις στρεβλώσεις που προκαλούσαν. Υπήρχαν δυσκολίες στην αποτίμηση μη εισηγμένων επιχειρήσεων, έργων τέχνης και σύνθετων χρηματοοικονομικών προϊόντων. Υπήρχαν φορολογικές απαλλαγές, δυνατότητες φοροαποφυγής και αυξημένο κόστος ελέγχου. Και σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρχε και το ζήτημα της μετακίνησης κεφαλαίων και φορολογουμένων.

Η Γαλλία προσφέρει χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο γενικός φόρος στην περιουσία δεν εξαφανίστηκε απλώς επειδή κάποιος αποφάσισε ότι δεν ήταν αρκετά αριστερός ή αρκετά δεξιός. Αντικαταστάθηκε από φόρο που περιορίστηκε στην ακίνητη περιουσία υψηλής αξίας. Η λογική ήταν ότι η φορολόγηση του κινητού πλούτου δημιουργούσε ισχυρά κίνητρα για μεταφορά κεφαλαίων και φορολογικό σχεδιασμό.

Κι όμως, ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται σαν να βρήκε τη μεγάλη φορολογική ανακάλυψη του αιώνα. Αλλάζει την ταμπέλα και περιμένει να ξεχάσουμε την ιστορία. Δεν είναι πια φόρος περιουσίας. Είναι «πατριωτική εισφορά». Έτσι, όποιος διαφωνεί μπορεί περίπου να θεωρηθεί και αντιπατριώτης. Εξαιρετικά βολικό πολιτικό τέχνασμα.

Μόνο που ο πατριωτισμός δεν κάνει ευκολότερη την αποτίμηση μιας περιουσίας. Δεν εμποδίζει τη φοροαποφυγή. Δεν απαντά στο τι θα γίνει με τα κεφάλαια που μπορούν να μετακινηθούν. Και ασφαλώς δεν εγγυάται ότι το κράτος θα εισπράξει όσα υπολογίζει πάνω σε ένα χαρτί.

Αν ο στόχος είναι πραγματικά να φορολογηθεί αποτελεσματικά το πλουσιότερο 1%, χρειάζονται πρώτα αξιόπιστα μητρώα περιουσίας, ανταλλαγή τραπεζικών πληροφοριών, κανόνες για τις εταιρείες συμμετοχών και ισχυροί ελεγκτικοί μηχανισμοί. Διαφορετικά, ο φόρος κινδυνεύει να επιβαρύνει κυρίως όσους δεν μπορούν να μετακινήσουν ή να αναδιαρθρώσουν την περιουσία τους.

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι η πολιτική μνήμη δεν έχει εξαφανιστεί. Το διαπίστωσα στις διακοπές μου, όταν σε διπλανό τραπεζάκι ένας κύριος περίπου 75 ετών, προφανώς συνταξιούχος, προσπαθούσε να υπενθυμίσει στον συνομιλητή του, που έλεγε ότι μάλλον θα ψηφίσει Τσίπρα, τι είχε συμβεί στο πορτοφόλι τους επί ΣΥΡΙΖΑ.

«Καλά, ξεχνάς τι έκανε στο πορτοφόλι μας; Το διέλυσε», του είπε.

Ίσως εκεί βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα του νέου ταχυδακτυλουργικού κόλπου του Αλέξη. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν ξεχάσει. Και όσο κι αν αλλάξει το περιτύλιγμα, όσο κι αν βαφτίσει την επόμενη φορολογική επιβάρυνση «πατριωτική», δύσκολα πείθεις κάποιον να εμπιστευθεί ξανά εκείνον που θυμάται πολύ καλά τι συνέβη την προηγούμενη φορά που του ζήτησαν να πληρώσει τον λογαριασμό.