Δεν προλαβαίνει κανείς να κατανοήσει την όποια πολιτική πρωτοβουλία του Αλέξη Τσίπρα και αμέσως εμφανίζεται μια παραφωνία που τινάζει ολόκληρη την προσπάθεια στον αέρα.
Η προσπάθεια συνολικού επαναπροσδιορισμού της πολιτικής παρουσίας του πρώην πρωθυπουργού, με την πανηγυρική εξαγγελία μιας «πατριωτικής εισφοράς» για τη φορολόγηση του συσσωρευμένου πλούτου, μετατράπηκε μέσα σε ελάχιστα εικοσιτετράωρα σε έναν επικοινωνιακό εφιάλτη που ξυπνά άσχημες αναμνήσεις.
Όλα ξεκίνησαν όταν ο αναπληρωτής τομεάρχης Οικονομικών του κόμματος, Γιώργος Παππάς, σε μια κρίση υπέρμετρου ζήλου ή απόλυτης πολιτικής αφέλειας, πέταξε τη βόμβα: η φορολόγηση του πλούτου θα περιλαμβάνει την πλήρη καταγραφή της κινητής περιουσίας, φτάνοντας μέχρι το άνοιγμα των τραπεζικών θυρίδων και την καταγραφή ακόμη και των κοσμημάτων. Η ατάκα αυτή λειτούργησε σαν σπίθα σε εύφλεκτο υλικό.
Πριν προλάβει το οικονομικό επιτελείο του κόμματος να μαζέψει τα ασυμμάζευτα και να διευκρινίσει εσπευσμένα ότι η πρόταση αφορά αποκλειστικά το ανώτατο 1% του πλούτου και όχι τα οικογενειακά χρυσαφικά των απλών νοικοκυριών, το κακό είχε ήδη συντελεστεί. Στους διαδρόμους της πολιτικής πιάτσας το αιχμηρό σύνθημα κυκλοφόρησε αμέσως, σε συνδυασμό με εκφράσεις του τύπου «Μου ’φαγες όλα τα δαχτυλίδια», οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν παρέπεμπαν σε σοβαρό κομματικό φορέα.
Οι πολιτικοί παρατηρητές είδαν στο πρόσωπο του Γιώργου Παππά έναν νέο «Κατρούγκαλο»: έναν άνθρωπο που, την πιο κρίσιμη στιγμή, με μια δήλωση απροσεξίας ή ιδεολογικής εμμονής, ναρκοθετεί τα θεμέλια του νέου αριστερού εγχειρήματος.
Το «ριφιφί» στις θυρίδες
Η ιστορία φαίνεται να επαναλαμβάνεται σαν κακόγουστη φάρσα. Εκεί όπου η ηγεσία επιχειρεί να εκπέμψει σοβαρότητα, θεσμικότητα και κυβερνησιμότητα, βγαίνει το στελεχιακό δυναμικό και δημιουργεί την εντύπωση ότι το μόνο που σχεδιάζει κρυφά είναι ένα ιδιότυπο «ριφιφί» στις τράπεζες και την ιδιωτική αποταμίευση.
Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι οι παρενέργειες αυτού του ατυχούς αφηγήματος αναμένεται να αποτυπωθούν με σαφήνεια στις δημοσκοπήσεις των επόμενων ημερών. Η ζημιά δεν είναι διόλου αμελητέα. Αν στην πρωτεύουσα τέτοιες δηλώσεις αντιμετωπίζονται συχνά με ειρωνεία ή πολιτικό σκεπτικισμό, στην ελληνική περιφέρεια τα πράγματα είναι διαφορετικά.
Στα χωριά και στις επαρχιακές πόλεις, όπου η περιφρούρηση του μόχθου μιας ζωής και των οικογενειακών κειμηλίων αποτελεί βαθιά ριζωμένη νοοτροπία, η αίσθηση ότι κάποιος σκοπεύει να βάλει χέρι ακόμη και στα δαχτυλίδια της γιαγιάς δημιουργεί ακαριαία αντανακλαστικά πανικού και οργής.
Το πολιτικό κόστος
Το φοβικό αυτό σύνδρομο το αξιοποιούν ήδη στο έπακρο τα στελέχη των αντίπαλων κομμάτων. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης βρήκαν το τέλειο πάτημα για να κατηγορήσουν εκ νέου τον Αλέξη Τσίπρα για αδιόρθωτο δογματισμό και επικίνδυνες εμμονές. Η εικόνα ενός πολιτικού σχηματισμού που καιροσκοπεί πάνω στις θυρίδες των πολιτών ξαναζωντανεύει, ακυρώνοντας κάθε συστηματική προσπάθεια προσέγγισης της μεσαίας τάξης.
Αντί το κόμμα να συζητά για τις αναπτυξιακές του προτάσεις, έχει εγκλωβιστεί στο να απολογείται για το αν θα μετρά τα… δαχτυλίδια των συνταξιούχων, ακόμη και αν διευκρίνισε στη συνέχεια ότι η πρόταση αφορά τους πλουσίους. Παράλληλα, τα επικοινωνιακά αυτογκόλ δεν σταμάτησαν εκεί. Το ίδιο στέλεχος υπέπεσε σε αριθμητικές γκάφες σε απευθείας μετάδοση, μπερδεύοντας τους πολλαπλασιασμούς με τις διαιρέσεις κατά την προσπάθεια κοστολόγησης των μέτρων. Έτσι ενισχύθηκε η εικόνα της προχειρότητας.Η προσπάθεια να μαζευτούν τα ασυμμάζευτα με εκ των υστέρων διευκρινίσεις για τις «πλούσιες κυρίες» απλώς έριξε περισσότερο λάδι στη φωτιά, κάνοντας το αφήγημα ακόμη πιο γραφικό.
Το μάθημα
Το μάθημα από όλη αυτή την ιστορία είναι σαφές, αλλά φαίνεται πως δεν έγινε ποτέ βίωμα:
Στην πολιτική, η εικόνα και οι συνειρμοί που δημιουργούνται ακαριαία στην κοινή γνώμη είναι συχνά ισχυρότεροι από τις ίδιες τις προθέσεις. Όταν επιτρέπεις να πλανάται, έστω και ως υποψία, ότι το πρόγραμμά σου αγγίζει τα όρια της κατάσχεσης και της εισβολής στην προσωπική περιουσία, το μόνο που καταφέρνεις είναι να βυθίζεις το δικό σου εγχείρημα πριν καν αυτό ξεκινήσει.