Η ατομική ιδιοκτησία και η ιδιωτικότητα δεν αποτελούν νομικούς όρους ή θεωρητικά σχήματα.

Είναι οι δύο πυλώνες πάνω στους οποίους οικοδομήθηκαν ο δυτικός πολιτισμός, η οικονομική ανάπτυξη και η έννοια της προσωπικής ελευθερίας. Από την εποχή που ο Τζον Λοκ διακήρυττε ότι η ελευθερία του ανθρώπου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το δικαίωμα να διατηρεί και να προστατεύει τους καρπούς του μόχθου του μακριά από την κρατική αυθαιρεσία, η ιστορία της ανθρώπινης προόδου υπήρξε μια συνεχής, επίπονη μάχη για την οριοθέτηση της εξουσίας.

Οι τραπεζικές θυρίδες αντιπροσωπεύουν την τελευταία γραμμή άμυνας αυτής της οικονομικής αυτονομίας: έναν φυσικό, απόρρητο χώρο όπου ο πολίτης μπορεί να φυλάξει οικογενειακά κειμήλια, νομικά έγγραφα, ιστορικά αντικείμενα ή προσωπική ρευστότητα, μακριά από τον πληθωρισμό, τις συστημικές τραπεζικές κρίσεις και το βλέμμα του φοροεισπρακτικού μηχανισμού. Σήμερα, όμως, η διολίσθηση των σύγχρονων κρατών προς έναν ολοκληρωτικό οικονομικό έλεγχο μετατρέπει τις θυρίδες από καταφύγια ιδιωτικότητας σε «ύποπτες ζώνες».

Με πρόσχημα την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, του ξεπλύματος μαύρου χρήματος ή της τρομοκρατίας, επιχειρείται μια καθολική, σχεδόν οργουελιανή διαφάνεια. Το αποτέλεσμα αυτής της μεθόδευσης είναι βαθιά ανησυχητικό: οι πολίτες θεωρούνται εκ προοιμίου ένοχοι και υποχρεώνονται να αποδείξουν τη νομιμότητα των υπαρχόντων τους.

Η ιστορική διαδρομή της κρατικής αρπαγής

Η παραβίαση, η καταγραφή ή η απευθείας φορολόγηση του περιεχομένου των θυρίδων δεν αποτελεί πρωτοπορία των σύγχρονων τεχνοκρατών. Αντίθετα, είναι μια συνταγή απεγνωσμένων, χρεοκοπημένων ή αυταρχικών καθεστώτων σε στιγμές κρίσης.

Το πιο ακραίο ιστορικό παράδειγμα καταγράφηκε τον Δεκέμβριο του 1917, όταν οι Μπολσεβίκοι στη Ρωσία διέταξαν το βίαιο άνοιγμα όλων των θυρίδων. Ο χρυσός και οι πολύτιμοι λίθοι κατασχέθηκαν άμεσα, ενώ όσοι αρνήθηκαν να παραδώσουν τα κλειδιά τους είδαν τις περιουσίες τους να δημεύονται και οι ίδιοι αντιμετωπίστηκαν ως εχθροί του λαού.

Ο κρατισμός, όμως, δεν γνωρίζει γεωγραφικά ή ιδεολογικά σύνορα όταν ξεμένει από πόρους ή επιζητεί τον απόλυτο έλεγχο. Το 1933, στο λίκνο του καπιταλισμού, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Φραγκλίνος Ρούζβελτ εξέδωσε το Διάταγμα 6102, καθιστώντας παράνομη την ιδιωτική κατοχή χρυσού. Οι Αμερικανοί πολίτες εξαναγκάστηκαν να παραδώσουν τις οικονομίες τους στο κράτος έναντι υποτιμημένων χάρτινων δολαρίων, ενώ η πρόσβαση στις τραπεζικές θυρίδες ελεγχόταν στενά από ομοσπονδιακούς πράκτορες για τον εντοπισμό των «παραβατών». Παρόμοιες πρακτικές καταγράφηκαν στη φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι, με την προπαγανδιστική εκστρατεία «Χρυσός για την Πατρίδα» (Oro alla Patria), τον Δεκέμβριο του 1935, αλλά και στη Γαλλία το 1936.

Στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, η κρίση των μνημονίων άνοιξε μια επικίνδυνη κερκόπορτα. Θεσμοθετήθηκαν διαδικασίες εξπρές που επιτρέπουν στις φορολογικές αρχές να δεσμεύουν θυρίδες για χρέη, ενώ η ένταξή τους στο Σύστημα Μητρώου Τραπεζικών Λογαριασμών κατήργησε κάθε έννοια ανωνυμίας ως προς την ύπαρξή τους.

Η συνταγματική ασπίδα

Από φιλελεύθερη οπτική, η προσπάθεια καταγραφής, ελέγχου ή φορολόγησης του περιεχομένου των θυρίδων συνιστά κατάφωρη και ωμή παραβίαση της ιδιωτικής ζωής, η οποία έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με το άρθρο 9Α του ελληνικού Συντάγματος.

Το άρθρο ορίζει ρητά ότι καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, την επεξεργασία και τη χρήση των προσωπικών του δεδομένων. Όταν το κράτος απαιτεί να γνωρίζει τι φυλάσσει ένας πολίτης σε ένα κλειδωμένο κουτί, καταλύει το θεμελιώδες τεκμήριο της αθωότητας.

Ο πολίτης δεν προστατεύεται πλέον από τον νόμο, αλλά απειλείται από αυτόν, εκτός αν αποδείξει την αθωότητά του. Η θυρίδα λειτουργεί ως φυσική και ηθική προέκταση του ιδιωτικού ασύλου της οικίας του.

Όπως η εξουσία δεν έχει δικαίωμα να τοποθετεί κάμερες στα δωμάτια ενός σπιτιού, έτσι δεν νομιμοποιείται να εισβάλλει σε έναν μισθωμένο, ιδιωτικό αποθηκευτικό χώρο.

Η εμμονή της «φοροεπιδρομής»

Στην Ελλάδα, το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη πολιτική χροιά, καθώς οι κρατικιστικές ιδεοληψίες του παρελθόντος αρνούνται πεισματικά να πεθάνουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διακυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, κατά την περίοδο 2015-2019, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο, σημαδεύτηκε από μανία καταδίωξης των τραπεζικών αποταμιεύσεων και των θυρίδων των πολιτών.

Η περίφημη πρόταση για το καθολικό περιουσιολόγιο, που θα κατέγραφε ηλεκτρονικά ακόμη και τα τιμαλφή ή τα μετρητά εκτός τραπεζικού συστήματος, παρουσιάζεται ως προάγγελος αυτής της οργουελιανής επέλασης. Η νοοτροπία αυτή επιβεβαιώθηκε, κατά τον αρθρογράφο, από μεταγενέστερες επίσημες παραδοχές κορυφαίων στελεχών. Αναφέρεται, συγκεκριμένα, στον Παύλο Πολάκη, ο οποίος αποκάλυψε ότι το καλοκαίρι του 2015, εν μέσω capital controls, ο αρχικός σχεδιασμός της κυβέρνησης περιλάμβανε το βίαιο άνοιγμα των τραπεζικών θυρίδων, με το πρόσχημα ότι «μέσα υπήρχαν δισεκατομμύρια».

Παράλληλα, οι πρόσφατες δηλώσεις του Αλέξη Τσίπρα και στελέχους του γύρω από την ανάγκη ελέγχου και φορολόγησης του συσσωρευμένου πλούτου αποδεικνύουν, σύμφωνα με το κείμενο, ότι η ριζοσπαστική Αριστερά δεν άλλαξε μυαλά.

Προς νέα «αφαίμαξη» της μεσαίας τάξης

Σήμερα υπολογίζεται ότι στις ελληνικές συστημικές τράπεζες υπάρχουν περίπου 300.000 έως 400.000 ενεργές τραπεζικές θυρίδες, σύμφωνα με στοιχεία και εκτιμήσεις της τραπεζικής αγοράς για την περίοδο 2015-2019.

Σε ποιον στρέφεται, λοιπόν, στην πραγματικότητα αυτός ο διαρκής διωγμός και η απειλή της φορολόγησης;

Ένας πραγματικά υπερπλούσιος δεν έχει καμία ανάγκη να νοικιάσει μια συμβατική τραπεζική θυρίδα για να προστατεύσει την περιουσία του. Διαθέτει πρόσβαση σε υπεράκτιες δομές, trust funds, διεθνή επενδυτικά σχήματα, κρυπτοπεριουσιακά στοιχεία και ιδιωτικά θησαυροφυλάκια υψηλής ασφάλειας στο εξωτερικό.

Μήπως, τελικά, η εμμονική αυτή στοχοποίηση των θυρίδων στρέφεται αποκλειστικά κατά της μεσαίας τάξης, η οποία στερείται εναλλακτικών και απλώς αναζητά ένα καταφύγιο ασφάλειας για τους κόπους μιας ζωής;