Η δυσπιστία είναι θεμιτή πράξη στην κοινοβουλευτική δημοκρατία και ως εκ τούτου αποτελεί δικαίωμα κάθε πολιτικού κόμματος της αντιπολίτευσης να την απευθύνει προς την κυβέρνηση. Συνεπώς το ΠΑΣΟΚ –άσχετα με την αιτιώδη συνάφεια της πρότασης δυσπιστίας με το δημοσίευμα της εφημερίδας «Το Βήμα» και της σοβαρής κατηγορίας ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης είναι «εντολοδόχος συγκεκριμένων εκδοτικών συμφερόντων»– δεν θα κριθεί για τις υπόνοιες που δημιουργούνται λόγω της «προθυμίας» του.

Το ΠΑΣΟΚ θα κριθεί πολιτικά γιατί η ηγεσία του, ξεχνώντας τις μεθόδους που μετήλθε ο ΣΥΡΙΖΑ διασύροντας τα στελέχη του ώστε να επιτύχει τη διάλυσή του, συντάσσεται με τον λαϊκισμό και την τοξικότητα μιας περιόδου της οποίας υπήρξε θύμα. Το βέβαιο είναι, από τούδε και στο εξής, ότι όσο και να υπεραμύνονται στο ΠΑΣΟΚ για την πολιτική αυτοτέλειά τους, το γεγονός ότι εκχώρησαν στον ΣΥΡΙΖΑ τη συνδιαμόρφωση της πρότασης δυσπιστίας φανερώνει την αδυναμία τους να αντιπολιτευθούν ιδίαις δυνάμεσι.

Πέραν αυτού, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ με την ακραία ρητορική που υιοθέτησε κατά του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης, αγχωμένος για την πολιτική επιβίωσή του μετά τις ευρωεκλογές, σέρνεται κυριολεκτικά από τον ΣΥΡΙΖΑ παρελαύνοντας σε ρόλο παραστάτη του σημαιοφόρου του λαϊκισμού Στέφανου Κασσελάκη. Αντε και με τον Πολάκη...