Τα δεδομένα των δημοσκοπήσεων αναδεικνύουν τους λόγους της πολιτικής κυριαρχίας του Κυριάκου Μητσοτάκη και στέλνουν μήνυμα στα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Μπορεί τα φώτα της δημοσιότητας να πέφτουν σε συγκεκριμένα δεδομένα ως προς τις δημοσκοπήσεις και κόμματα της αντιπολίτευσης να εμφανίζονται «ενοχλημένα» από το γεγονός ότι γίνονται –όπως λένε– συχνά, εν τούτοις τα στοιχεία τους είναι χρήσιμα.

Διότι όπως καταγράφονται τα προβλήματα, έτσι καταγράφεται και η αντιμετώπιση σημαντικών ζητημάτων από τους πολίτες. Και στο τέλος της ημέρας τα στοιχεία αυτά είναι που εν μέρει δικαιολογούν και τα ποσοστά που καταγράφονται σε επίπεδο πρόθεσης και εκτίμησης ψήφου, αλλά και καταλληλότητας για τη θέση του πρωθυπουργού. Στοιχεία στα οποία επικεντρώνεται συνήθως η προσοχή όλων.

Στη δημοσκόπηση της εταιρείας Μarc που διενεργήθηκε για την εφημερίδα «Πρώτο Θέμα» βλέπουμε, για παράδειγμα, ότι η έως τώρα θητεία της κυβέρνησης Μητσοτάκη αξιολογείται θετικά και μάλλον θετικά από το 36,8%. Ποσοστό κάθε άλλο παρά αμελητέο για μια κυβέρνηση που βρίσκεται στον τρίτο χρόνο της δεύτερης θητείας της με τους πολιτικούς αντίπαλους να «πυροβολούν» διαρκώς μέσα από μια απίστευτη καταστροφολογία αλλά και μια λογική που θέτει υπό αμφισβήτηση όλους τους θεσμούς.

Το υψηλό αυτό ποσοστό ως προς τη (θετική) αξιολόγηση έχει την εξήγησή του και στην αποδοχή που τυγχάνει να έχει ο πρωθυπουργός στο Κέντρο αλλά και σε ψηφοφόρους που το 2023 είχαν ψηφίσει ΠΑΣΟΚ, αλλά και συνολικότερα στο γεγονός ότι –αρέσει δεν αρέσει σε κάποιους– παράγεται έργο και μάλιστα απτό.

Ένα άλλο παράδειγμα που είναι ιδιαιτέρως σοβαρό είναι η αντιμετώπιση των θεσμικών μεταρρυθμίσεων που προτείνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης για το σύνταγμα και την αναθεώρησή του. Τα θέματα που ο ίδιος άνοιξε τυγχάνουν ιδιαίτερης αποδοχής από τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών ανεξαρτήτως πού τοποθετούν τον εαυτό τους στο τόξο μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς.

Θέματα όπως η ολοκληρωτική αξιολόγηση των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα, η άρση της μονιμότητας, η θεσμοθέτηση δημοσιονομικού κόφτη στους προϋπολογισμούς, η ποινική ευθύνη υπουργών, η διαδικασία επιλογής της Δικαιοσύνης αλλά και η θεσμοθέτηση της επιστολικής ψήφου για τους απόδημους, βρίσκουν μια ανταπόκριση που υπερβαίνει το 75%.

Η μόνη αλλαγή που δείχνει να μην αγγίζει αυτά τα νούμερα είναι τα μη κρατικά πανεπιστήμια, εν τούτοις η αποδοχή της ξεπερνάει το ποσοστό της μη αποδοχής – αν και μέχρι πρόσφατα τα δεδομένα ήταν ανάποδα.

Για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις ή για τα μέτρα για τους ανήλικους και τη χρήση των social media επίσης η αποδοχή από την κοινωνία βρίσκεται σε πολύ υψηλά ποσοστά.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι η κοινωνία, η μεγάλη σιωπηρή πλειοψηφία, κινείται σε άλλους δρόμους σε σχέση με την αντιπολίτευση. Ότι θέλει τις αλλαγές και στηρίζει τις μεταρρυθμίσεις όπως και όλες τις προσπάθειες για ασφάλεια και σταθερότητα σε συνδυασμό με τη δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών για ανάπτυξη και προοπτική που θα αφορούν όμως όλους.

Και μόνο το γεγονός πως οι μετακινήσεις από την κυβερνώσα παράταξη «σταθμεύουν» στη λεγόμενη γκρίζα ζώνη των αναποφάσιστων και δεν επιλέγουν άλλα κόμματα είναι ένας κρίσιμος παράγοντας για τις επόμενες εκλογές και το αποτέλεσμά τους, δεδομένου ότι θα κληθούν να κρίνουν και να συγκρίνουν με βάση δεδομένα και όχι έωλες υποσχέσεις και αυταπάτες όπως αυτές που ζήσαμε όλοι στην υπερδεκαετή οικονομική κρίση.

Τα δεδομένα των δημοσκοπήσεων, των φωτογραφιών της στιγμής, αναδεικνύουν τους λόγους της πολιτικής κυριαρχίας του Κυριάκου Μητσοτάκη και στέλνουν μήνυμα στα κόμματα της αντιπολίτευσης που επιλέγουν τον λαϊκισμό και την καταστροφολογία.

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».