Η συνταγματική αναθεώρηση θεωρείται η κορυφαία θεσμική μεταρρύθμιση και επιτρέπει τον εκσυγχρονισμό του πυλώνα της λειτουργίας της χώρας.

Στο πλαίσιο αυτό, η έναρξη της συζήτησης από τον πρωθυπουργό θα έπρεπε να αποτελεί τον θεμέλιο λίθο μιας διαδικασίας στην οποία –τουλάχιστον τα κόμματα που αυτοπροσδιορίζονται ως κόμματα εξουσίας– έπρεπε να έχουν εκφραστεί με θετικό τρόπο συμβάλλοντας στην καλύτερη δυνατή εξέλιξη.

Όμως, και η αναθεώρηση μπαίνει στο κρεβάτι του Προκρούστη σε μια μικροκομματική θεώρηση των πραγμάτων στην οποία μετέχει και η αξιωματική αντιπολίτευση. Ακόμη και για το άρθρο 86, που όλοι εμφανίζονται να επιχειρηματολογούν υπέρ της αλλαγής του –εγκαλώντας μάλιστα και την κυβέρνηση–, φαίνεται πως στο τέλος της ημέρας δεν θα υπάρξει συναίνεση.

Και το ερώτημα είναι για ποιον λόγο. Τι ακριβώς συμβαίνει με τα κόμματα που έχουν κυβερνήσει τη χώρα και άρα εντάσσονται στα συστημικά – όσο και αν επιχειρούν να εμφανιστούν ως αντισυστημικά; Ποια είναι η στόχευση όσων αρνούνται να δείξουν συναίνεση σε αλλαγές που αφορούν την αξιολόγηση στο Δημόσιο και την υπό όρους άρση της μονιμότητας, μόνιμο βραχνά του ελληνικού κράτους και βασική αιτία της μετατροπής του σε υδροκέφαλο;

Ποιος είναι ο λόγος για τον οποίο κάποιοι εμμένουν να επιδιώκουν να παραμείνει η χώρα μας η μόνη –μαζί με την Κούβα– στην οποία η ίδρυση και λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων παραμένει ενεργή, δεδομένου ότι με την πρόσφατη παρέμβαση της κυβέρνησης επιτρέπεται η ίδρυση παραρτημάτων ξένων ιδρυμάτων;

Αμφιβάλλει, άραγε, κανείς ότι το σύνταγμα θέλει αναθεώρηση και προσαρμογή στα σύγχρονα δεδομένα; Αν αποτελούσε νόμο χαραγμένο σε πλάκες που δεν επιδέχεται οποιαδήποτε αλλαγή, να είμαστε βέβαιοι πως ο νομοθέτης δεν θα έδινε τη δυνατότητα αλλαγών. Απλά, έθεσε διευρυμένη πλειοψηφία προκειμένου να επιδιώκεται και να επιτυγχάνεται μια συναίνεση.

Βέβαια, ο νομοθέτης δεν είχε υπολογίσει τη σημερινή κατάσταση ή μάλλον την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στο πολιτικό σκηνικό με την έναρξη της υπερδεκαετούς οικονομικής κρίσης όταν κάποιοι –συγκεκριμένα ο ΣΥΡΙΖΑ, οι ΑΝΕΛ και η Χρυσή Αυγή– έφτασαν στο σημείο να κάνουν χρήση του συντάγματος αναφορικά με την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας για να ρίξουν την τότε κυβέρνηση.

Κόμματα όπως αυτά –ή κάποια άλλα που εμφανίσθηκαν στο προσκήνιο και κατάφεραν να μπουν στη Βουλή– δεν περιμένει κανείς να μπουν σε αυτή τη διαδικασία. Το ΠΑΣΟΚ, όμως, τι λόγο έχει να επιδιώκει να την τινάξει στον αέρα; Φοβάται πως θα του κολλήσουν τη… ρετσινιά της σύμπραξης με την κυβέρνηση; Αν λειτουργεί φοβικά, πώς θα επιδιώξει να αποτελέσει τον… κορμό της επόμενης κυβέρνησης, όπως υποστηρίζει; Θα άγεται και θα φέρεται ανάλογα με τις διαθέσεις των αριστερών συμμάχων του;

Πράγματι, υπάρχει μια ευκαιρία σε αυτή τη Βουλή που ΝΔ και ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνουν πάνω από 180 ψήφους, να διαμορφωθεί η αναγκαία και ικανή συνθήκη ώστε στην επόμενη Βουλή να καταστεί εφικτή η αναθεώρηση κεντρικών άρθρων. Να συμβαδίζει το σύνταγμα με το παρόν και το μέλλον, με τις ανάγκες της κοινωνίας. Αν χαθεί, γνωρίζει κανείς ποιοι θα είναι οι συσχετισμοί στην επόμενη βουλή για να βρεθούν αυτές οι 180 ψήφοι;

Όλοι και όλα κρίνονται. Θέσεις και στάσεις κομμάτων αλλά και βουλευτών. Γι’ αυτό και απαιτούνται ξεκάθαρες θέσεις και ακόμη περισσότερο ξεκάθαρες διευκρινίσεις για τη στάση που θα κρατήσει ο καθένας. Κοινώς, να αιτιολογήσουν όλοι την όποια αρνητική ψήφο. Και οι πολίτες να κρίνουν...

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».