Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μιλώντας στην κοπή της πίτας της Γραμματείας Οργανωτικού της ΝΔ έθεσε το δίλημμα των επόμενων εκλογών.

Ένα δίλημμα στο οποίο θα κληθούν να απαντήσουν οι πολίτες στις κάλπες με γνώμονα την προοπτική της χώρας και τη βελτίωση των συνθηκών που αφορούν και τον καθένα προσωπικά.

«Θα παραμείνει η Ελλάδα ασφαλής, ισχυρή και σταθερή σε τροχιά προόδου ή θα ρισκάρει τις κατακτήσεις της για να μετατραπεί σε ακυβέρνητο καράβι μέσα σε αχαρτογράφητα διεθνή νερά; Θα επιλέξουμε και πάλι τον δρόμο των αποτελεσμάτων, των έργων, τον δρόμο της συνέπειας ή το γεμάτο παγίδες μονοπάτι των πειραματισμών, αιχμάλωτοι μιας κατακερματισμένης κομματικής σκηνής που οδηγεί τελικά μόνο προς τα πίσω και μόνο προς τα κάτω;» αναρωτήθηκε με το βλέμμα στα μέλη της ΝΔ, απευθυνόμενος όμως στο σύνολο των πολιτών.

Διότι αυτό είναι τελικά το δίλημμα των εκλογών. Το πού θέλουμε να πάμε, πώς και με ποιον επικεφαλής. Το αν θα υπάρξει ανάπτυξη, προοπτική και ασφάλεια. Αν η χώρα θα μπορεί να αντεπεξέλθει σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό και οικονομικό σκηνικό και αν θα ξεπεράσει τον όποιο σκόπελο προκύψει στη ρότα που θα χαραχθεί για την περίοδο μετά το 2027.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα διεκδικήσει τη θετική ψήφο των πολιτών. Γι’ αυτό τους καλεί να κρίνουν και να συγκρίνουν από τα… παραδοτέα, από όλα όσα θα υλοποιηθούν τους επόμενους 15 μήνες όπως ο ίδιος προσδιόρισε το διάστημα μέχρι τις επόμενες εθνικές εκλογές. Να συγκρίνουν όσα ανακοινώθηκαν το 2023 και όσα έγιναν.

Δεν μιλάει για… χάος. Δεν θέτει αυτό το δίλημμα, όπως ορισμένοι θέλουν να περάσουν σε μια προσπάθεια να προσάψουν αλαζονικές συμπεριφορές. Μιλάει για τα άλλα κόμματα που διεκδικούν την ψήφο των πολιτών και αυτά που εμφανίζονται ως κόμματα εξουσίας και δηλώνουν έτοιμα να κυβερνήσουν, χωρίς όμως να ξεκαθαρίζουν πώς θα το κάνουν αυτό και κυρίως με ποιους.

Όπως και να το δει κανείς, το δίλημμα είναι υπαρκτό και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη λογική «να φύγει ο Μητσοτάκης και βλέπουμε». Αυτό το «βλέπουμε» είναι η ουσία της εκλογικής μάχης που θα δοθεί. Οφείλουν όλοι να ξεκαθαρίσουν το «και βλέπουμε» με ονόματα και διευθύνσεις. Κυρίως, όμως, με προγράμματα.

Τα κόμματα που διεκδικούν την εξουσία και δηλώνουν έτοιμα να συμπράξουν με όλους όσοι δηλώνουν «προοδευτικοί» πρέπει να ενημερώσουν τους ψηφοφόρους τι θα πράξουν επί συγκεκριμένων ζητημάτων στην περίπτωση που κληθούν να συμπράξουν. Για παράδειγμα, θα μειώσουν φόρους ή θα τους αυξήσουν προκειμένου να εφαρμόσουν μια πολιτική που στηρίζεται στη λογική του «δώσ’ τα όλα»; Θα συνεχίσουν την αμυντική θωράκιση της χώρας ή θα κινηθούν, με βάση αυτά που λένε ήδη, σε μια λογική τού ότι δεν χρειάζονται εξοπλισμοί;

Τα ερωτήματα είναι πολλά και αν περιμένει κανείς να απαντηθούν μετά τις εκλογές, τότε θα ισχύσει το γνωστό ρητό, σύμφωνα με το οποίο μετά την απομάκρυνση από το ταμείο ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Κάτι που ίσχυσε το 2015 όταν οι… πειραματισμοί κόστισαν ένα τρίτο μνημόνιο, δεκάδες επιπλέον δισ. ευρώ, αύξηση φόρων, ακόμη και κλειστές τράπεζες.

Η πολιτική σταθερότητα είναι ο βασικός πυλώνας της ανάπτυξης και της ασφάλειας. Όσες φορές παραμερίστηκε, δίνοντας τη θέση της στον λαϊκισμό και στην τοξικότητα, η χώρα και κυρίως οι πολίτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με αρνητικές εξελίξεις.

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».