Τη Δευτέρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης άνοιξε τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση προκειμένου να επιτευχθεί η αλλαγή άρθρων με στόχο να συμβαδίζει το σύνταγμα με το σήμερα και το αύριο της χώρας.

Χθες, άνοιξε τη συζήτηση για το Εθνικό Απολυτήριο στο οποίο είχε αναφερθεί στη ΔΕΘ τον περασμένο Σεπτέμβριο, ενώ στο πρώτο Υπουργικό Συμβούλιο του 2026 τέθηκαν επί τάπητος μεταρρυθμίσεις και θεσμικές αλλαγές που θα ολοκληρωθούν ή θα λάβουν σάρκα και οστά εντός του έτους.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επαναφέρει την πολιτική στη δημόσια σκηνή δείχνοντας αποφασισμένος να μην επιτρέψει στον λαϊκισμό και στην τοξικότητα να διαμορφώνουν την ατζέντα και θέτει τα κόμματα της αντιπολίτευσης –κυρίως αυτά που δηλώνουν κόμματα εξουσίας– προ των ευθυνών τους απέναντι στους πολίτες και στην ίδια τη χώρα.

Κόντρα στις διαθέσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης, αλλά και αυτών που προετοιμάζονται να μπουν στην πολιτική σκηνή έχοντας στόχο να μετατραπεί η πολιτική σκηνή σε ένα απέραντο εργοτάξιο κατασκευής θεωριών συνωμοσίας και fake news, δίνει το στίγμα του και χαράζει τον οδικό χάρτη για τις επόμενες εκλογές αλλά και για την Ελλάδα του 2030.

Η πολιτική αντιπαράθεση μεταφέρεται πλέον σε δεδομένα που συνδέονται με την πορεία της χώρας και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών σε όλους τους τομείς. Δεν είναι μόνο η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση και το Εθνικό Απολυτήριο, αλλά συνολικά οι μεταρρυθμίσεις και οι τομές που μπαίνουν στο τραπέζι και τις οποίες πλέον υποχρεούνται να συζητήσουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Η άρνησή τους δεν αποτελεί πολιτική θέση. Αρχηγοί στελέχη, κόμματα και εν δυνάμει κόμματα καλούνται τώρα να τοποθετηθούν επί συγκεκριμένων ζητημάτων. Να καταθέσουν προτάσεις –υλοποιήσιμες– και να προτείνουν εναλλακτικές λύσεις με αρχή, μέση και τέλος και κυρίως, με κοστολόγηση προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο δύναται να εφαρμοστούν.

Το δίλημμα στον δρόμο προς τις επόμενες εκλογές είναι συγκεκριμένο και αφορά το ποιος και το πώς θα κυβερνηθεί η χώρα. Ποιος θα κληθεί να διαχειριστεί κρίσεις που δεν αφορούν μόνο τα στενά όρια της χώρας, ποιος θα διαπραγματευθεί, και ποιος θα αντιδράσει σε ενέργειες τρίτων σε βάρος της χώρας.

Η τοποθέτησή του ότι το δίλημμα δεν είναι «Μητσοτάκης ή χάος» μόνο τυχαία δεν ήταν. Διότι το δίλημμα στις επόμενες εκλογές θα είναι πράγματι «Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης», «Μητσοτάκης ή Φάμελλος», «Μητσοτάκης ή Κωνσταντοπούλου», «Μητσοτάκης ή Βελόπουλος». Και, εφόσον όντως δημιουργηθούν νέοι σχηματισμοί, θα είναι και «Μητσοτάκης ή Τσίπρας» αλλά και «Μητσοτάκη ή Καρυστιανού».

Η άλλη πλευρά έχει πρόσωπο και όνομα. Και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνά κανείς αφού ουσιαστικά οι πολίτες θα κληθούν να επιλέξουν τον ηγέτη που θα αναλάβει τις τύχες τους και όχι έναν αόρατο αντίπαλο του Κυριάκου Μητσοτάκη. Και στη συνέχεια θα πρέπει να κρίνουν και ν’ αποφασίσουν ποιος μπορεί να κρατά τα ηνία, με ποιους και με ποιες προϋποθέσεις.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης διεκδικεί αυτοδυναμία. Όχι από αλαζονεία, αλλά γιατί αποδεδειγμένα οι αυτοδύναμες κυβέρνησης δίνουν λύσεις. Δείτε για παράδειγμα τι γίνεται στη Γαλλία και τη Γερμανία όπου η αδυναμία λήψης κεντρικών αποφάσεων είναι εμφανής.

Το δίλημμα της επόμενης κάλπης θα είναι υπαρκτό και δεν θα έχει σχέση με δήθεν οργή και δήθεν αγανάκτηση, αλλά με την πραγματικότητα.

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».