Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι στον αέρα.

Και δεν προκύπτει μόνο από την αγωνία, για παράδειγμα, του ΠΑΣΟΚ που βλέπει πως στην περίπτωση που υπάρξουν νέα κόμματα –κανονικά και με τη βούλα που λένε– κινδυνεύει να χάσει ακόμη και τη δεύτερη θέση στις επόμενες εκλογές. Για την πρώτη –με μια ψήφο διαφορά– δεν το πιστεύουν στην παρούσα φάση ούτε οι ψηφοφόροι του.

Ποιο είναι αυτό το ερώτημα; Το αν μπορούν να συγκρίνονται στις δημοσκοπήσεις υπαρκτά και ανύπαρκτα κόμματα και μάλιστα με μόνο σημείο αναφοράς τον εν δυνάμει αρχηγό που τείνει να διαμορφώνει... μεσσιανικά χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα: κόμμα Τσίπρα και κόμμα Καρυστιανού. Έτσι απλά. Χωρίς καμία αναφορά στο τι πρεσβεύει το καθένα, χωρίς να γνωρίζει κανείς ποιοι θα τα στελεχώσουν, ποια θα είναι η ηγετική ομάδα, ποιοι θα διεκδικήσουν ψήφο.

Στις δημοσκοπήσεις δεν μετρούν –έγινε κάποια στιγμή, αλλά σταμάτησε– πρόθεση ψήφου, αλλά προθέσεις γενικότερα με ερωτήματα για το κατά πόσο θα άλλαζε ένας ψηφοφόρος την ψήφο του και θα ψήφιζε ένα κόμμα Καρυστιανού ή ένα κόμμα Τσίπρα. Ειδικοί δεν είμαστε, όμως τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Πώς αποτυπώνεται και πώς βοηθά στην απεικόνιση έστω της φωτογραφίας της στιγμής, όπως αποκαλούνται οι δημοσκοπήσεις, και στις αναλύσεις για το επόμενο διάστημα.

Το ερώτημα αν θα μπορούσε κάποιος να ψηφίσει ένα κόμμα Καρυστιανού ή ένα κόμμα Τσίπρα είναι περίπου σαν να τον ρωτούν αν θα ήθελε να πάει έναν μήνα στη Χαβάη χωρίς να διευκρινίζεται το πώς, με ποιον και τι ακριβώς θα κάνει εκεί. Οπότε και η καταμέτρηση της λεγόμενης δυνητικής ψήφου λαμβάνει ανάλογη μορφή. Πολύ περισσότερο τη στιγμή που αν ασχοληθεί κάποιος και με τη δυνητική ψήφο των υπαρκτών κομμάτων βλέπει πολύ μεγαλύτερα ποσοστά.

Επί της ουσίας, οι μετρήσεις ανύπαρκτων κομμάτων διευκολύνουν περισσότερο τη δημιουργία εντυπώσεων και κλίματος, χωρίς αυτό να σημαίνει τίποτα, διότι οι εντυπώσεις είναι πάντα προσωρινές. Οι παλαιότεροι θα θυμούνται περιπτώσεις κομμάτων που μάλιστα ιδρύθηκαν, αλλά δεν έφτασαν ποτέ σε εκλογές.

Δηλαδή αυτά τα δύο υπό ίδρυση κόμματα δεν έχουν προοπτική εκλογική; Κανείς δεν το υποστηρίζει αυτό. Αλλά το να πιάνει κάποιος μια ενδεχόμενη ψήφο και να τη βάζει στον πίνακα μέτρησης των υπαρκτών κομμάτων δυσκολεύει τις αναλύσεις. Και ναι μεν δεν το κάνουν οι δημοσκοπικές εταιρείες στις μετρήσεις τους, το κάνουν όμως όλοι οι άλλοι.

Επίσης το εκμεταλλεύονται οι θιασώτες του χάους και της αποσταθεροποίησης στο πλαίσιο της προσπάθειας να δημιουργηθεί η εικόνα πως η σημερινή κυβέρνηση και η κυβερνώσα παράταξη έχουν απέναντι τον… λαό. Τους πολίτες που δήθεν εκπροσωπούν τα ανύπαρκτα κόμματα της… οργής και της αγανάκτησης. Η προπαγάνδα και η παραπληροφόρηση, άλλωστε, εκεί βασίζεται.

Αυτός είναι και ο λόγος που τα υπό ίδρυση... κόμματα προσπαθούν να πάνε πιο πίσω την επίσημη ανακοίνωσή τους. Καθυστερούν την παρουσίαση προγραμμάτων και προσώπων για να αποφύγουν και την ανάλογη κριτική. Ακούμε ότι αυτοοργανώνονται, ότι θα δώσουν στη δημοσιότητα... μανιφέστο και μετά ιδρυτικές διακηρύξεις κερδίζοντας χρόνο.

Βέβαια, υπάρχει και η άλλη άποψη. Αυτή που λέει ότι κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης δεν έχει κάποιο πρόγραμμα που να αποτελεί εναλλακτική λύση για να αντιπαρατεθεί με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη ΝΔ. Είναι μια πραγματικότητα, όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτά τα κόμματα είναι υπαρκτά και κρίνονται και απ’ αυτό το γεγονός αλλά και για τα στελέχη και τις θέσεις που αποτυπώνουν.

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».