Παρακολουθώντας διάφορες αναλύσεις –προφορικές και γραπτές– για τις διεθνείς εξελίξεις, παρατηρούμε μια κοινή συνισταμένη.
Τις δυσκολίες που καλείται να αντιμετωπίσει η χώρα μας και τις λεπτές ισορροπίες που απαιτούνται σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη γεωπολιτική σκηνή. Και τη σύγκλιση που υπάρχει ως προς το πώς κινούνται η ελληνική κυβέρνηση και ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχοντας ως γνώμονα το εθνικό συμφέρον.
Ναι, υπάρχουν από υπερπατριώτες του καναπέ μέχρι αναλυτές που τάσσονται υπέρ των πλευρών που διαμορφώνονται σε διεθνές επίπεδο. Μόνο που η εξωτερική πολιτική δεν είναι άσπρο-μαύρο, πολύ περισσότερο για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η θέση της οποίας δεν είναι ίδια, για παράδειγμα, με αυτή της... Ελβετίας.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως όλες οι διπλωματικές κινήσεις συνδέονται με το σημείο στην Ανατολική Μεσόγειο που βρίσκεται διαρκώς σε μια αναταραχή με πολέμους και αλλαγές συσχετισμών δυνάμεων και στο νότιο άκρο της Ευρώπης σε ένα καζάνι που βράζει επίσης και λέγεται Βαλκάνια.
Κι όμως σήμερα με όλα όσα συμβαίνουν καταγράφεται μια σταθερότητα παρά τα περί μη διακυβερνησιμότητας που κάποιοι επιμένουν να επαναφέρουν ως συζήτηση στη δημόσια σφαίρα. Και δεν είναι μόνο αυτό. Η χώρα διατηρεί συνθήκες ασφάλειας, κεντρικού πυλώνα στην ανάπτυξη και την ανάταξη με έναν ρόλο κεντρικό παρά τις κραυγές περί του αντιθέτου.
Οπότε το ερώτημα που τίθεται και θα τίθεται είναι «ποιος μπορεί να εγγυηθεί αυτή τη σταθερότητα» δημιουργώντας παράλληλα συνθήκες προοπτικής για την επόμενη ημέρα. Διότι, κακά τα ψέματα, σε έναν και πλέον χρόνο από σήμερα –πέραν των μεταρρυθμίσεων των τομών και της εφαρμογής του προγράμματος– αυτό που θα κληθούν να κρίνουν οι πολίτες στις κάλπες είναι ποιος θα είναι πρωθυπουργός και πώς θα κυβερνηθεί η χώρα την επόμενη τετραετία.
Η οικονομία, η ακρίβεια, η προσωπική ευημερία είναι το ένα σκέλος. Το άλλο έχει να κάνει με το πώς η ασφάλεια και η σταθερότητα θα διατηρηθούν. Με ποιον επικεφαλής. Η σύγκριση θα είναι αναγκαστική, τα πρόσωπα που θα λάβουν μέρος σε αυτόν τον... διαγωνισμό γνωστά πλέον, ακόμη και αν ηγηθούν νέων κομματικών σχηματισμών.
Η αμυντική και διπλωματική θωράκιση θα αποτελούν μια συνεχή εξέλιξη και αναζήτηση. Ακόμη και οι επικριτές του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν μπορούν να αγνοήσουν ένα δεδομένο. Ότι με αργά και σταθερά βήματα χωρίς κραυγές δημιούργησε συμμαχίες στρατηγικές, προχώρησε σε συμφωνίες για την ΑΟΖ με Ιταλία και Αίγυπτο, κατάρτισε τους θαλάσσιους χωροταξικούς χάρτες που αποτυπώνουν τα απώτατα δυνητικά όρια της χώρας.
Την ίδια ώρα, όταν βρέθηκε στο στόχαστρο από τα αριστερά και τα δεξιά της ΝΔ και κάποιους δημοσιολογούντες, θωράκιζε τη χώρα με εξοπλισμούς, με τις Belharra, τα Rafale, τα F-16 και τα F-35, καθώς και με επενδύσεις στη νέα τεχνολογία, όπως τα drones, ακόμη και με τον φράχτη στον Εβρο, βάζοντας στον χάρτη των ισχυρών δυνάμεων στην περιοχή την Ελλάδα. Δημιουργώντας τη βάση για την όποια συζήτηση που για πρώτη φορά στα δρώμενα στην ευρύτερη περιοχή η χώρα δεν βρίσκεται στην πλευρά του ανίσχυρου.
Η εξωτερική πολιτική δεν χαράσσεται ούτε με κραυγές ούτε με ψιθύρους, αλλά με συνθήκες ασφάλειας και σταθερότητας, που αποτελούν και τον παράγοντα για την όποια οικονομική και αναπτυξιακή εξέλιξη μιας χώρας.
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».


