Και ξαφνικά γεμίσαμε… πεφτοσυννεφάκηδες, που δεν είχαν αντιληφθεί ότι η Μαρία Καρυστιανού μιλά πολιτικά και ότι επί της ουσίας οι σημερινές εξελίξεις ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένες.

Όταν ένας άνθρωπος που ζει ένα δράμα προσωπικό βάλλει κατά των θεσμών, μιλά σε άσχετη συγκέντρωση με πάνελ από τους δικηγορικούς συλλόγους για την Παιδεία και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ή όταν κατακεραυνώνει τη Δικαιοσύνη και τους θεσμούς, είναι αναμενόμενο κάποια στιγμή να κάνει το επόμενο βήμα.

Το ότι αυτό δεν αρέσει σε όσους επιχείρησαν να δημιουργήσουν ένα «σύμβολο» προκειμένου να φθείρουν την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό, συντασσόμενοι στη λογική «να πέσει ο Μητσοτάκης και βλέπουμε», είναι άλλο θέμα. Το ότι τώρα βάλλουν κατά των όσων υποστηρίζει, επίσης. Πολύ περισσότερο, όταν στήριξαν κάθε βήμα που έκανε, χωρίς να φροντίσουν να μάθουν τι πρεσβεύει και τι σκοπό έχει.

Σεβόμενοι τον πόνο ενός γονέα που χάνει το παιδί του, η στάση μας απέναντι στη Μαρία Καρυστιανού ήταν προσεκτική. Μόνο που τώρα βγαίνει μπροστά και εκφράζει θέσεις όπως αυτή για τις αμβλώσεις παρά την προσπάθεια, όχι να ανασκευάσει, αλλά να διαμορφώσει το πλαίσιο της τοποθέτησης που έκανε αναφορικά με τη δημόσια διαβούλευση.

Όμως όσοι έτρεξαν πίσω της και στάθηκαν στο πλάι της, πηγαινοφέρνοντας την ίδια και κάποιους ακόμη μέχρι τις Βρυξέλλες για να καταδικάσουν την ελληνική κυβέρνηση και κατ’ επέκταση να εκθέσουν τη χώρα, θα πρέπει να κοιταχτούν στον καθρέφτη.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Είναι η υποκρισία. Είναι ο τρόπος που κινήθηκαν θέλοντας να εργαλειοποιήσουν μια τραγωδία και να εκμεταλλευθούν το επικοινωνιακό γκελ ενός συγκεκριμένου προσώπου. Του ίδιου που τώρα τους κουνά το δάχτυλο.

Το αν εκφράζει ακροδεξιές, ακροαριστερές ή άλλες θέσεις είναι προς αξιολόγηση. Ότι κατηγορεί τους πάντες και τα πάντα ως ανίκανους και διεφθαρμένους, είναι άλλο ζήτημα. Αν καταθέσει θέσεις και προτάσεις, θα κριθεί και θα αξιολογηθεί. Όπως θα αξιολογηθούν και όλοι όσοι έπαιξαν και παίζουν ακόμη τα ρέστα τους στην εύρεση του προσώπου που θα βγει μπροστά για να ρίξει τον Κ. Μητσοτάκη.

Αποκαλύπτεται ότι αυτή η εμμονή οδηγεί σε καταστάσεις που εκφεύγουν της λογικής. Αναδεικνύουν την αδιαφορία για την πορεία της χώρας. Για τη σταθερότητα που απαιτούν οι ταραγμένες εποχές που διανύουμε.

Διότι στο τέλος της ημέρας όλοι θα κριθούν από τους πολίτες. Και για τις προτάσεις και για τις θέσεις τους και για τα προγράμματά τους, αλλά κυρίως για το κατά πόσον ενδιαφέρονται για τους ίδιους τους ψηφοφόρους.

Σε κάθε περίπτωση, η «συμμαχία του ξυλολίου» που έπαιξε τα ρέστα της τώρα διάγει βίον εμφυλιοπολεμικό και μάλλον έχουμε να δούμε και άλλα επεισόδια...

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».