Η θλιβερή επέτειος της τραγωδίας των Τεμπών πλησιάζει, ωστόσο στις μνήμες όλων έρχονται όσα έζησε η κοινωνία πέρυσι τέτοια εποχή.
Τις θεωρίες συνωμοσίας για το ξυλόλιο και τα παράνομα φορτία της μοιραίας αμαξοστοιχίας, τους ισχυρισμούς για το μπάζωμα στο σημείο του δυστυχήματοςκαι τα μύρια όσα άλλα ακούστηκαν τότε και υποστηρίχθηκαν, δυστυχώς, ακόμη και από πολιτικούς αρχηγούς μέσα και έξω από τη Βουλή, σε μια προσπάθεια να πληγεί η κυβέρνηση και να ξεσηκωθεί εναντίον της η κοινωνία – εν όψει ασφαλώς και των εκδηλώσεων μνήμης για τους 57 νεκρούς των Τεμπών που εξελίχθηκαν σε συλλαλητήρια διαμαρτυρίας και οι ίδιοι άνθρωποι επιχείρησαν τότε να τα καπηλευθούν πολιτικά.
Γράφει η Έρση Παπαδάκη
Αν και πέρασε ένας χρόνος λοιπόν από την περίφημη «ξυλολιάδα» και τα σενάρια συνωμοσίας ξέφτισαν στο πέρασμά του, κάθε άλλο παρά ξέφτισε και ο λαϊκισμός που οδηγεί συγκεκριμένα πρόσωπα να κάνουν πολιτικές (και άλλες) καριέρες πάνω στις χαμένες ψυχές του σιδηροδρομικού δυστυχήματος.
Και ασφαλώς δεν είναι μόνο αυτοί οι εν ενεργεία πολιτικοί και οι αρχηγοί των κομμάτων της αντιπολίτευσης που υιοθέτησαν τη σπέκουλα που ξεκίνησε τότε με μοναδικό στόχο τους να χτυπήσουν την κυβέρνηση, αλλά και πρόσωπα που ξεχώρισαν μέσα από την προσπάθεια των συγγενών των θυμάτων της τραγωδίας να τιμήσουν τη μνήμη των ανθρώπων τους που έχασαν.
Είναι ολοφάνερο, για παράδειγμα, ότι η Μαρία Καρυστιανού πλέον αναφέρεται ως ένα πρόσωπο που εμπλέκεται στην πολιτική ζωή του τόπου και αυτό έχει γίνει με τη δική της βούληση και όχι απλώς την ανοχή της.
Έχει εγγραφεί στη συνείδηση των πολιτών ως ένα πολιτικό πρόσωπο, ύστερα από την ανακοίνωση της πρόθεσής της για τη δημιουργία νέου κόμματος και τις δημόσιες τοποθετήσεις της για τα κοινά ή την κριτική της π.χ. στον πρωθυπουργό για τους χειρισμούς του στα Ελληνοτουρκικά.
Και τυπικά, άλλωστε, δεν φέρει πλέον τη βούλα της προέδρου του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών 2023 (σ.σ.: μόλις χθες ανακοινώθηκε ποιος εξελέγη διάδοχός της και μάλιστα ότι η ίδια δεν προσήλθε για να ψηφίσει, επιβεβαιώνοντας το οριστικό ρήγμα της στις σχέσεις της με τον Σύλλογο και τους υπόλοιπους συγγενείς).
Βεβαίως, οι πολιτικές φιλοδοξίες οποιουδήποτε προσώπου είναι θεμιτές σε μια σύγχρονη δημοκρατία, όπως αυτή στη χώρα μας. Το ίδιο είναι θεμιτό και το πολιτικό παιχνίδι – ακόμη και όταν αυτό περνά τη λεπτή κόκκινη γραμμή και καταλήγει εκμετάλλευση του πόνου και της οδύνης για ανθρώπους που χάθηκαν. Δεν μπορεί, ωστόσο, να είναι θεμιτή η προσπάθεια να δηλητηριαστεί και να διχαστεί η κοινωνία, όπως επιχειρήθηκε έναν χρόνο πριν με την «ξυλολιάδα».
Το πρόσφατο παρελθόν, άλλωστε, έχει αποδείξει με τον χειρότερο τρόπο είτε κατά τη διάρκεια της κρίσης με τους «Αγανακτισμένους» και τις «πάνω και κάτω» πλατείες είτε με το δημοψήφισμα του 2015 ότι ο διχασμός της κοινωνίας το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να φέρει τη χώρα χρόνια πίσω και να τη βυθίσει σε ένα σπιράλ εσωστρέφειας και αυτοκαταστροφής.
Και πολύ περισσότερο αυτό είναι εξαιρετικά ανήθικο όταν γίνεται στις πλάτες των θυμάτων μιας τραγωδίας που συγκλόνισε ολόκληρη τη χώρα, όπως και των συγγενών και οικείων τους.
Ξεκάθαροι ρόλοι
Με άλλα λόγια, είναι καλύτερα καθένας να έχει φανερά τον ρόλο του. Είναι πιο τίμιο να μην κρύβεται πίσω από την ίδια την τραγωδία ή την ανάγκη για τη διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες συνέβη.
Και οι όποιες πολιτικές φιλοδοξίες να μένουν μόνο στον στίβο της πολιτικής και να μην εργαλειοποιούν και να εργαλειοποιούνται από την ίδια την κοινωνία, όπως επιχείρησαν και συνεχίζουν να επιχειρούν κάποιοι που επιμένουν σε ξυλόλια, παράνομα φορτία και άλλα ευφάνταστα σενάρια συνωμοσίας.


