Αν τα κόμματα μπουν στη λογική του πολιτικού καιροσκοπισμού για την αναθεώρηση του συντάγματος, θα είναι υπόλογα έναντι των πολιτών.
Μπορεί τα κόμματα ν’ αναζητούν... άλλοθι για να μη συμμετάσχουν ή να δημιουργήσουν προσκόμματα στη συνταγματική αναθεώρηση με διάφορες δικαιολογίες, η αλήθεια όμως είναι ότι όλοι τίθενται πλέον προ των ευθυνών τους έναντι των πολιτών και της ίδιας της χώρας. Ας σκεφτούν μόνο ότι αν δεν προχωρήσει η διαδικασία της αναθεώρησης σημαντικών άρθρων του συντάγματος ώστε να ψηφιστούν στην επόμενη Βουλή που θα προκύψει μετά τις εκλογές, τότε η επόμενη διαδικασία θα ανοίξει μετά το 2030.
Με απλά λόγια, αν τα κόμματα –κυρίως το ΠΑΣΟΚ, που έχει τον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης και δηλώνει πως θα είναι νικητής των επόμενων εκλογών– μπουν στη λογική του πολιτικού καιροσκοπισμού και της μικροπολιτικής εκμετάλλευσης, τότε η χαμένη ευκαιρία θα αφορά τη χώρα και θα είναι υπόλογα έναντι της πλειοψηφίας –τουλάχιστον– των πολιτών.
Διότι η αναθεώρηση του συντάγματος είναι μια διαδικασία που προβλέπεται με ένα βασικό σκεπτικό: ότι τα άρθρα του πρέπει να συμπορεύονται με τις εξελίξεις. Γι’ αυτό και δεν είναι γραμμένο σε… πλάκες, αλλά δίνει τη δυνατότητα σε μια μεγάλη πλειοψηφία να λάβει αποφάσεις που συνδέονται με το παρόν και το μέλλον. Με τη νέα γενιά και την επόμενη, έναντι των οποίων είναι υπόλογα τα κόμματα που βρίσκονται στη Βουλή.
Διότι η δυνατότητα για ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης παρέχεται μέσα από το ίδιο το σύνταγμα και τις αλλαγές του.
Διότι το αίτημα για αλλαγή του άρθρου 86 είναι κάτι που αφορά όλους, όπως άλλωστε και του άρθρου 16 για τα μη κρατικά πανεπιστήμια ώστε να ολοκληρωθεί και η πρωτοβουλία της κυβέρνησης που οδήγησε στη δυνατότητα λειτουργίας παραρτημάτων.
Διότι η αξιολόγηση πρέπει να αφορά όλους, πρωτίστως όμως να επιτρέπει να αποφεύγεται η διαιώνιση μιας κατάστασης που οφείλεται στη μονιμότητα χωρίς να τίθεται θέμα γενικής άρσης, αλλά όρων και προϋποθέσεων που δεν έχουν σχέση μόνο με πειθαρχικά παραπτώματα.
Διότι πρέπει να οριοθετηθούν κρίσιμες παράμετροι στο πλαίσιο της εκλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.
Διότι στο τέλος της ημέρας η ύπαρξη ενός συντάγματος που καταρτίστηκε στη δεκαετία του 1970 με τις όποιες αναθεωρήσεις ακολούθησαν είναι βέβαιο πως δεν λαμβάνει υπ’ όψιν την επανάσταση στις νέες τεχνολογίες και ό,τι αυτή συνεπάγεται με την είσοδο της τεχνητής νοημοσύνης – και όχι μόνο.
Οι πρώτες αντιδράσεις της αντιπολίτευσης, δυστυχώς, δεν εξέπληξαν κανέναν. Τα κόμματα της Αριστεράς σήκωσαν bandiera rossa (κόκκινη σημαία) επαναστατική, κουνώντας το δάχτυλο για αλλαγές που αφορούν, για παράδειγμα, το άρθρο 16. Αναμενόμενο.
Το ΠΑΣΟΚ –στο οποίο επί της ουσίας απευθύνεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως πρόεδρος της κυβερνώσας παράταξης, της ΝΔ– δεν λέει όχι στη συζήτηση. Δηλώνει όμως ότι θα καταθέσει τη δική του πρόταση. Λογικό. Αυτή είναι και η διαδικασία. Όμως, προχωρώντας σε άρνηση παραδείγματος χάριν για το άρθρο 16 για τα μη κρατικά πανεπιστήμια, πριν δει προτάσεις, προκαλεί ερωτήματα.
Το ζήτημα είναι να υπάρξει διάλογος με καλές προθέσεις. Δεν μπορεί να αποτελέσει η αναθεώρηση πεδίο αντιπαράθεσης. Σε διαφορετική περίπτωση, θα τιναχθεί στον αέρα μια διαδικασία που αφορά το παρόν και κυρίως το μέλλον της χώρας και των πολιτών της.
Όπως και να έχει, το θέμα άνοιξε και μάλιστα επισήμως. Όλοι θα κριθούν από την πορεία και το αποτέλεσμα. Από την εξάλειψη ιδεοληψιών και σκοπιμοτήτων.
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».
