Η υπογραφή της συμφωνίας των περίπου 3,5 δισ. ευρώ με το Ισραήλ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν αφορά απλώς την αγορά νέων πυραύλων και ραντάρ.

Αποτελεί ένα από τα πρώτα μεγάλα βήματα για τη δημιουργία μιας νέας δικτυοκεντρικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο. Και αυτό είναι που πρέπει να προβληματίζει περισσότερο την Αγκυρα.

Από τους πυραύλους στο δίκτυο

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» θα συνδυάζει τα ισραηλινά David’s Sling, SPYDER και Barak MX με ραντάρ πολλαπλών αποστολών MMR και, κυρίως, με ένα νέο εθνικό σύστημα Command and Control.

Το σύστημα θα επιτρέπει σε διαφορετικούς αισθητήρες και οπλικά συστήματα να λειτουργούν ως ενιαίο δίκτυο, εντοπίζοντας την απειλή, αξιολογώντας την και επιλέγοντας το καταλληλότερο μέσο για την αντιμετώπισή της. Στο πρόγραμμα προστίθενται και συστήματα Drone Dome για την προστασία κρίσιμων εγκαταστάσεων από μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Η Ελλάδα, επομένως, δεν αγοράζει απλώς νέα όπλα. Αλλάζει φιλοσοφία άμυνας. Από μια συλλογή διαφορετικών αντιαεροπορικών συστημάτων περνά σε ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα αισθητήρων, πληροφοριών, διοίκησης και αναχαίτισης.

Παράλληλα, με τον πηγαίο κώδικα του συστήματος Command and Control, εξασφαλίζει εθνικό έλεγχο της αρχιτεκτονικής. Η ελληνική αμυντική βιομηχανία προβλέπεται να συμμετάσχει κατά τουλάχιστον 25%, με μεταφορά τεχνογνωσίας και δυνατότητες μελλοντικής συμπαραγωγής.

Ο ρόλος της Κύπρου και του Ισραήλ

Την ίδια ώρα, στην Κύπρο βρίσκεται το ισραηλινό Barak MX, ενώ η Λευκωσία ενισχύει παράλληλα τις δυνατότητές της στην αντιμετώπιση drones. Το αποτέλεσμα είναι ότι Ελλάδα και Κύπρος αποκτούν συστήματα κοινής τεχνολογικής προέλευσης με εκείνα που αποτελούν βασικά στοιχεία της ισραηλινής αμυντικής φιλοσοφίας.

Σε πρόσφατη ανάλυσή του, το αμερικανικό Jewish Institute for National Security of America (JINSA) σημειώνει ότι η συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ έχει αρχίσει να μετακινείται από την ενέργεια και τις περιοδικές κοινές ασκήσεις προς μια περισσότερο μόνιμη αρχιτεκτονική ασφαλείας. Το JINSA συνδέει ευθέως αυτή την εξέλιξη, μεταξύ άλλων, με τις κοινές ανησυχίες για τις επεκτατικές επιδιώξεις της Τουρκίας.

Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα για την Αγκυρα. Ένας πύραυλος έχει συγκεκριμένη εμβέλεια και ένα ραντάρ συγκεκριμένη περιοχή κάλυψης. Ένα δικτυοκεντρικό σύστημα, όμως, πολλαπλασιάζει την αξία όλων των επιμέρους μέσων, επειδή εκείνο που «βλέπει» ένας αισθητήρας μπορεί δυνητικά να αξιοποιηθεί από άλλο σύστημα.

Οι προϋποθέσεις διαλειτουργικότητας

Για να υπάρξει ενιαίο επιχειρησιακό δίκτυο Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ απαιτούνται πολιτικές αποφάσεις, ασφαλείς επικοινωνίες, κοινά πρωτόκολλα και συμφωνίες ανταλλαγής δεδομένων. Ωστόσο, δημιουργούνται σταδιακά οι τεχνολογικές και επιχειρησιακές προϋποθέσεις που θα μπορούσαν να καταστήσουν μια τέτοια εξέλιξη εφικτή. Και τότε η εξίσωση αλλάζει. Στην Ελλάδα, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» θα συνυπάρχει με Rafale, τα μελλοντικά F-35, νέες φρεγάτες και συστήματα πυραυλικού πυροβολικού. Στην Κύπρο αναπτύσσονται ισραηλινής προέλευσης δυνατότητες αεράμυνας.

Το Ισραήλ διαθέτει ίσως το πιο δοκιμασμένο πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας στον κόσμο, F-35I, προηγμένες δυνατότητες πληροφοριών, ηλεκτρονικού πολέμου και επιτήρησης. Αν τα τρία αυτά σημεία του χάρτη αρχίσουν να λειτουργούν με αυξανόμενη διαλειτουργικότητα, δημιουργείται ένας στρατηγικός χώρος που εκτείνεται από το Αιγαίο, περνά από την Κύπρο και φθάνει μέχρι το Ισραήλ.

Η τουρκική ανησυχία

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω του γεγονότος ότι η Συρία εξελίσσεται σε πεδίο ευθέως ανταγωνιστικών συμφερόντων Αγκυρας και Ιερουσαλήμ. Την ίδια στιγμή, η Τουρκία επιδιώκει να διευρύνει το στρατηγικό της αποτύπωμα από τον Καύκασο και τη Μέση Ανατολή έως την Ανατολική Μεσόγειο.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η σύγκλιση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ μετατρέπεται σταδιακά σε παράγοντα στρατιωτικής ισορροπίας. Η Αγκυρα γνωρίζει ότι μπορεί να απαντήσει σε μια ελληνική αγορά πυραύλων αγοράζοντας ή κατασκευάζοντας περισσότερους δικούς της. Είναι πολύ δυσκολότερο, όμως, να απαντήσει σε μια περιφερειακή αρχιτεκτονική που συνδυάζει γεωγραφία, τεχνολογία, αισθητήρες, πληροφορίες, αεράμυνα και κοινά στρατηγικά συμφέροντα. Γι’ αυτό η πραγματική σημασία της «Ασπίδας του Αχιλλέα» δεν βρίσκεται μόνο στους David’s Sling, στους SPYDER ή στους Barak MX.

Βρίσκεται στην προοπτική να δημιουργηθεί, από το Αιγαίο μέχρι το Ισραήλ, ένα στρατηγικό δίκτυο στο οποίο Αθήνα, Λευκωσία και Ιερουσαλήμ θα βλέπουν νωρίτερα, θα γνωρίζουν περισσότερα και -αν χρειαστεί- θα μπορούν να αντιδρούν ταχύτερα.