Πίσω από κάθε δημόσιο πρόσωπο που υποστηρίζει ότι διαθέτει απαντήσεις για όλα, υπάρχει και ένα κοινό έτοιμο να υιοθετήσει αφηγήματα που τις περισσότερες φορές η πραγματικότητα τα έχει διαψεύσει.

Έρση Παπαδάκη

Οχι, λοιπόν: οι σύγχρονοι σαμάνοι δεν ζουν σε απομονωμένες κοινότητες. Ούτε χρειάζονται τελετουργίες για να πείσουν. Εχουν μικρόφωνα. Βγαίνουν σε τηλεοπτικά παράθυρα και ψηφιακές πλατφόρμες και προσεγγίζουν με άνεση πολιτικά ακροατήρια. Δεν πουλούν όμως λύσεις. Πουλούν βεβαιότητες. Μετατρέπουν την πραγματικότητα σε αφήγημα, την αβεβαιότητα σε φόβο και την πολιτική σε προσωπική υπόθεση πίστης.

Αλλά, για να λειτουργήσει κάθε τέτοια επιχείρηση, χρειάζεται κάτι απολύτως απαραίτητο: το κοινό της. Δίχως ακροατήριο, ακόμη και ο πιο χαρισματικός ρήτορας είναι απλώς μια φωνή που μιλά μόνη της και δεν την ακούει κανείς. Πριν λοιπόν αναζητήσουμε ευθύνες αποκλειστικά στους πρωταγωνιστές της δημόσιας σκηνής, καλό είναι να εξετάσουμε ποιο είναι αυτό το ακροατήριο και γιατί γοητεύεται από αυτούς τους ρήτορες που εντρυφούν κυρίως στα social media.

Ο σύγχρονος σαμάνος δεν είναι υποχρεωτικά συγκεκριμένος πολιτικός. Είναι ρόλος που υποδύεται κάποιος, ανεξαρτήτως ιδεολογίας. Είναι εκείνος που υπόσχεται να ερμηνεύσει τον κόσμο αντί για εμάς. Να μας απαλλάξει από την πολυπλοκότητα. Να προσφέρει έναν εύκολο ένοχο και μια εξίσου εύκολη έξοδο από τα προβλήματά μας. Γνωρίζει πάντοτε ποιος φταίει, συχνά πριν ακόμη εξεταστούν τα γεγονότα.

Διότι αναπαράγει ένα συγκεκριμένο μοτίβο και διαθέτει απαντήσεις για όλα. Σπανίως, ωστόσο, εξηγεί τι ακριβώς πρέπει να γίνει, με ποιο κόστος, σε ποιο χρονικό ορίζοντα και με ποια θεσμική ευθύνη. Κοινώς, η υπόσχεση προηγείται της απόδειξης και η βεβαιότητα καλύπτει το κενό της πολιτικής πρότασης.

Η πολιτική ασφαλώς ανέκαθεν είχε και θα συνεχίσει να έχει ανάγκη από αφηγήματα. Οι κοινωνίες δεν οργανώνονται μόνο με αριθμούς και νομοθετήματα. Χρειάζονται κοινές αναφορές, στόχους και λόγους για να συμμετέχουν οι πολίτες. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το αφήγημα υποκαθιστά την πραγματικότητα και η επικοινωνία αντικαθιστά τη λογοδοσία.

Οταν η δημόσια συζήτηση μετατρέπεται σε διαρκή αναζήτηση συναισθηματικής επιβεβαίωσης αντί να είναι διαδικασία κατανόησης, αξιολόγησης και διεκδίκησης. Είναι όταν η πολιτική δεν ζητάει από τον πολίτη να σκεφτεί, αλλά να αισθανθεί. Να θυμώσει, να φοβηθεί, να χειροκροτήσει. Και κυρίως: να μην ενοχλεί με ερωτήσεις.

Προσοχή στα συνθήματα

Με άλλα λόγια, κανένας μηχανισμός πολιτικής επιρροής δεν λειτουργεί εν κενώ. Κανένα σύνθημα δεν αποκτά μόνο του εξουσία. Χρειάζεται εκείνους που θα το επαναλάβουν, θα το υιοθετήσουν και θα το υπερασπιστούν, ακόμη κι όταν τα γεγονότα το διαψεύδουν.

Κάπου εδώ βρίσκεται η ατομική ευθύνη. Οχι ως ηθικολόγημα ή για να κουνήσει κάποιος το δάχτυλο στην κοινωνία, ούτε φυσικά ως άλλοθι για να απαλλαγούν οι κυβερνώντες από τις δικές τους υποχρεώσεις. Η ευθύνη όσων ασκούν εξουσία είναι συγκεκριμένη, θεσμική και δεν μεταβιβάζεται. Υπάρχει όμως και η ευθύνη του πολίτη: η ενημέρωση, η κρίση, οι επιλογές και η ανοχή του απέναντι στο ψέμα.

Αυτή η ευθύνη δεν σημαίνει ότι όλοι έχουν την ίδια ισχύ ή την ίδια πρόσβαση στην πληροφορία. Ούτε ότι κάθε πολίτης μπορεί να ελέγξει μόνος του κάθε ισχυρισμό. Σημαίνει όμως ότι οφείλει να αναγνωρίζει τα όρια της γνώσης του, να αναζητά τεκμήρια και να μην παραδίδει την κρίση του σε όποιον υπόσχεται εύκολες απαντήσεις.

Οχι, δεν είναι όλοι ίδιοι και δεν αποτελεί κάθε διαφωνία προϊόν χειραγώγησης. Αυτές οι γενικεύσεις είναι που οδηγούν στην αποφυγή της σκέψης. Η δημοκρατία απαιτεί διαφωνία, αλλά κυρίως πολίτες ικανούς να ξεχωρίζουν την τεκμηρίωση από την κατασκευή και την κριτική από την εκτόνωση.

Το βολικότερο για κάθε πολιτικό σύστημα είναι ένας πολίτης που αισθάνεται διαρκώς εξαπατημένος, αλλά δεν αναρωτιέται ποτέ για τη δική του συμμετοχή στην αναπαραγωγή της εξαπάτησης. Ενας πολίτης που καταγγέλλει την εξουσία, αλλά αποδέχεται άκριτα όποιον του προσφέρει την επιθυμητή εκδοχή της αλήθειας. Που ζητά διαφάνεια, χωρίς να απαιτεί αποδείξεις από εκείνους που εμπιστεύεται.

Οι σύγχρονοι σαμάνοι, λοιπόν, θα συνεχίσουν να αναζητούν το ακροατήριό τους. Το ερώτημα όμως είναι άλλο: πόσο πρόθυμοι είμαστε εμείς να ακούμε, χωρίς να κρίνουμε. Ατομική ευθύνη σημαίνει να ελέγχουμε, να αμφισβητούμε και να μην παραχωρούμε σε κανέναν το δικαίωμα να σκέφτεται αντί για εμάς σε καθημερινή βάση. Ακόμα κι όταν λέει ακριβώς όσα θέλουμε να ακούσουμε.