Στην περίφημη αλληγορία του σπηλαίου του Πλάτωνα, οι άνθρωποι που ζούσαν βαθιά χωμένοι στη σπηλιά, χωρίς ποτέ να έχουν βγει από αυτήν, ήταν απολύτως βέβαιοι ότι όλα όσα έβλεπαν και άκουγαν εκεί μέσα ήταν ολόκληρος ο κόσμος.
Οι σκιές που αντίκριζαν στους τοίχους του σπηλαίου ήταν γι’ αυτούς η μοναδική και αναμφισβήτητη αλήθεια.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και σε αυτή τη χώρα. Μόνο που στους τοίχους της δικής μας απέραντης σπηλιάς –οι οποίοι είναι γεμάτοι οθόνες και πληκτρολόγια– φαίνονται οι σκιές από διάφορες θεωρίες κβαντικών μεταλλάξεων, σαμάνους γιατρούς που κραδαίνουν ψηφιακά μαντζούνια, ξυλόλια που… πηγαινοέρχονται ανάλογα με τις ανάγκες, αλγόριθμους που χοροπηδούν ξέφρενα γύρω από τις φωτιές που ανάβουν οι «μάγοι της φυλής».
Οι τελευταίοι μπορεί να μη διεκδικούν πια μια θέση δίπλα στους θεούς της ανθρωπότητας, αλλά να βολεύονται με κάτι πιο ταπεινό. Για παράδειγμα, ένα έδρανο στην αίθουσα του ελληνικού Κοινοβουλίου.
Πολιτική διάσταση
Από τις θεωρίες με τα ξυλόλια και την κβαντική παιδίατρο που κατέβηκε από το ιερό βήμα του ανθρώπινου πόνου για να ανέβει σε αυτό της πολιτικής εν μέσω ψεκασμών μέχρι τους άλλους κβαντικούς τσαρλατάνους του Κολωνακίου, η απόσταση δεν είναι τόσο μεγάλη όσο θέλει να δείχνει. Για τον απλό λόγο ότι τη γεφυρώνουν όσοι προσπαθούν να κερδίσουν πολιτικά ακόμα και από τον θάνατο.
Γι’ αυτό δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση ότι και στην περίπτωση του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη δεν είναι λίγες οι φωνές που προσπαθούν με νύχια και με δόντια να δώσουν πολιτική διάσταση στον θάνατό του και να τον συνδέσουν με τη κυβέρνηση.
Την ώρα που η διεθνής οικονομία κλυδωνίζεται από διαδοχικές γεωπολιτικές κρίσεις, με πολέμους εν εξελίξει και με το φάντασμα της ενέργειας να θεριεύει όσο πλησιάζει ο χειμώνας, η Ελλάδα παρουσιάζει μια εικόνα αξιοσημείωτης αντοχής. Οι διεθνείς οίκοι αναβαθμίζουν την οικονομία της, ενώ αναγνωρίζεται το γεγονός ότι μπορεί και η Ελλάδα να αντιμετωπίζει προβλήματα, όπως άλλες χώρες, αλλά βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση λόγω της συνετής οικονομικής πολιτικής και της αναπτυξιακής πορείας, όπως τουλάχιστον αναφέρεται στις διεθνείς εκθέσεις.
Κι όμως, πίσω από τους δείκτες και τα επίσημα στοιχεία, ένα μεγάλο κομμάτι της δημόσιας σφαίρας μοιάζει εγκλωβισμένο στο παράλληλο σύμπαν μιας πραγματικότητας που κατασκευάζεται καθημερινά ανάλογα με τις επιδιώξεις και τις ψευδαισθήσεις του καθενός.
Οποιος δεν είχε κάτω από τη βάση στη Φυσική, ακόμα και του σχολείου, γνωρίζει ότι η λέξη «κβαντικός» δεν μπορεί να κολλάει οπουδήποτε. Πόσο μάλλον στην ιατρική.
Ο ανορθολογισμός έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί γραφικό περιθώριο. Εχει μετατραπεί σε επίσημη πολιτική ατζέντα, τροφοδοτούμενος από μια εγχώρια αντιπολίτευση που αδυνατεί να αρθρώσει συγκροτημένο προγραμματικό λόγο και προτιμά να σερφάρει στα κύματα της «κοινωνικής οργής». Το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αυτής της θεσμικής και νοητικής διολίσθησης υπήρξε η διαχείριση της εθνικής τραγωδίας των Τεμπών.
Αντί ο δημόσιος διάλογος να επικεντρωθεί στις διαχρονικές παθογένειες του κρατικού μηχανισμού, τις εγκληματικές αμέλειες και την απόδοση πραγματικής δικαιοσύνης, κατασκευάστηκε ένα σκοτεινό αφήγημα επιστημονικής φαντασίας: λαθρεμπόρια ξυλολίου, μυστικά φορτία, εξαφανισμένα βαγόνια και εξαϋλωμένοι επιβάτες.
Ψηφοθηρία
Πολιτικοί αρχηγοί κατέθεταν φωτογραφίες στη Βουλή, υιοθετούσαν άκριτα κάθε ανυπόστατη φήμη και υπόσχονταν αποκαλύψεις, την ώρα που κόμματα ολόκληρα επένδυαν ψηφοθηρικά στον ανείπωτο πόνο των συγγενών. Κι όταν η Δικαιοσύνη, η Ελληνική Αστυνομία και οι επίσημοι πραγματογνώμονες κατέρριψαν ένα προς ένα τα σενάρια αυτά, η απάντηση των… αρχιτεκτόνων του χάους ήταν προκατασκευασμένη: «συγκάλυψη». Για τον κλασικό συνωμοσιολόγο, η παντελής έλλειψη αποδείξεων αποτελεί την απόλυτη «απόδειξη» ότι η συγκάλυψη υπήρξε τέλεια.
Η ίδια νοσηρή αντίληψη διαπερνά και την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και της αλματώδους εξέλιξης της βιοϊατρικής, καθώς συμπολίτες μας, συνήθως ευκατάστατοι, εμπιστεύονται την υγεία και τη ζωή τους σε «κβαντικούς γιατρούς», «σαμάνους» και εναλλακτικούς κομπογιαννίτες του Κολωνακίου. Οι όροι «κβαντική ιατρική» και «βιοσυντονισμός» χρησιμοποιούνται ως επιστημονικοφανές περιτύλιγμα για την πώληση ψευδαισθήσεων.
Και δεν είναι τυχαίο ότι οι ίδιοι κύκλοι που εμπορεύονται την «ελπίδα» της αιώνιας νιότης ή των θαυματουργών θεραπειών διατηρούν πολλές και στενές συγγένειες με πολιτικούς σχηματισμούς που συνδυάζουν τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό, τον φιλοπουτινισμό και τον αντισυστημικό λαϊκισμό. Είναι πακέτο αυτός ο συνδυασμός και δεν είναι μόνο ελληνική πατέντα.
Το πρόβλημα είναι βαθιά πολιτικό και υπαρξιακό για τη δημοκρατία. Οταν τα κόμματα της αντιπολίτευσης υιοθετούν τη ρητορική του μπάχαλου, όταν νομιμοποιούν κάθε εξωφρενική θεωρία προκειμένου να αποκομίσουν πρόσκαιρα δημοσκοπικά οφέλη, το μόνο που καταφέρνουν είναι να εκτρέφουν το τέρας του εξτρεμισμού, αριστερά και δεξιά.
Και το χειρότερο που κάνουν είναι ότι γιγαντώνουν και νομιμοποιούν την πιθανότητα να γίνεται πιστευτή κάθε τερατολογία που εφευρίσκουν. Είναι σαφές ότι δεν είναι κανονικότητα για μία χώρα να έχει το ένα πόδι στην επενδυτική βαθμίδα και το άλλο στον μεσαίωνα του λαϊκισμού και της συνωμοσιολογίας…