Σε κοινή γραμμή για την αναθεώρηση των ευρωπαϊκών κανόνων που προβλέπουν τον ουσιαστικό τερματισμό των πωλήσεων νέων αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης από το 2035 κατέληξαν η Γερμανία και η Γαλλία, επιδιώκοντας να προστατεύσουν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας.

Οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης προτείνουν μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά 90% αντί για 100%, χωρίς να απαιτείται πλήρης αντιστάθμιση του υπόλοιπου 10% μέσω κλιματικά ουδέτερων καυσίμων ή άλλων μέτρων.

Τι αλλάζει για τα αυτοκίνητα μετά το 2035

Εφόσον η πρόταση εγκριθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι αυτοκινητοβιομηχανίες θα μπορούν να συνεχίσουν να διαθέτουν νέα βενζινοκίνητα και πετρελαιοκίνητα οχήματα και μετά το 2035, υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρούνται τα συνολικά όρια εκπομπών.

Η συμφωνία προβλέπει επίσης ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγής, καθώς οι επιδοτήσεις αγοράς αυτοκινήτων θα κατευθύνονται κυρίως σε οχήματα που κατασκευάζονται στην ΕΕ, στη Βρετανία και στις χώρες του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.

Παράλληλα, η χρήση ευρωπαϊκού χάλυβα και αλουμινίου χαμηλών εκπομπών άνθρακα θα προσμετράται ευνοϊκά στον υπολογισμό των εκπομπών των κατασκευαστών.

Μερτς και Μακρόν υπέρ της συμφωνίας

Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς χαρακτήρισε τη συμφωνία θετικό μήνυμα για τις επενδύσεις, τους εργαζομένους και τους Ευρωπαίους οδηγούς.

Από την πλευρά του, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν υπογράμμισε την ανάγκη η Ευρώπη να διατηρήσει την παραγωγική της ισχύ, συνδυάζοντας την καινοτομία και την προστασία των θέσεων εργασίας με την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Ο Γερμανός υπουργός Περιβάλλοντος Κάρστεν Σνάιντερ εκτίμησε ότι τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα θα επικρατήσουν λόγω της τεχνολογικής τους υπεροχής, επισημαίνοντας ότι η συμφωνία προσφέρει πρόσθετο χρόνο προσαρμογής στη βιομηχανία.

Αντιδράσεις για την υποχώρηση των κλιματικών στόχων

Η κοινή πρωτοβουλία προκαλεί ήδη αντιδράσεις από περιβαλλοντικές οργανώσεις. Η Transport & Environment (T&E) υποστηρίζει ότι η χαλάρωση των κανόνων εξυπηρετεί τις απαιτήσεις των αυτοκινητοβιομηχανιών και ενδέχεται να επιβραδύνει τη μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση.

Η γαλλογερμανική πρόταση δεν αποτελεί ακόμη οριστική ευρωπαϊκή απόφαση. Για να εφαρμοστεί, απαιτείται αναθεώρηση του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ.

Το διακύβευμα αφορά τόσο το μέλλον των συμβατικών κινητήρων όσο και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας, η οποία καλείται να αντιμετωπίσει τον διεθνή ανταγωνισμό, το κόστος της ενεργειακής μετάβασης και την ανάγκη διατήρησης της παραγωγής και των θέσεων εργασίας στην Ευρώπη.