Η οξύτητα της ρητορικής του Ερντογάν εναντίον του Ισραήλ θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η Τουρκία βρίσκεται ένα βήμα πριν από την ανοικτή σύγκρουση.
Πίσω, όμως, από τις απειλές και τις εμπρηστικές δηλώσεις υπάρχει εμφανής αυτοσυγκράτηση. Η Αγκυρα γνωρίζει ότι απέναντί της δεν βρίσκεται μόνο μια ισχυρή πολεμική μηχανή, αλλά ένα κράτος που έχει αποδείξει ότι διαθέτει τη βούληση να χρησιμοποιήσει την ισχύ του.
Το Ισραήλ διατηρεί καθαρό πλεονέκτημα στην αεροπορική ισχύ, στις πληροφορίες, στον ηλεκτρονικό πόλεμο, στην κυβερνοάμυνα και στα πλήγματα ακριβείας μεγάλου βάθους. Διαθέτει σύγχρονα μαχητικά πέμπτης γενιάς, προηγμένα συστήματα διοίκησης και ελέγχου και επιχειρησιακή εμπειρία πραγματικού πολέμου. Κυρίως, έχει καταστήσει σαφές ότι δεν διστάζει να πλήξει προληπτικά, όταν θεωρεί ότι απειλούνται ζωτικά του συμφέροντα.
Σοβαρά αμυντικά κενά
Η Τουρκία, παρά την ανάπτυξη της αμυντικής της βιομηχανίας, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά κενά. Ο στόλος των F-16 είναι γηρασμένος, τα Eurofighter δεν μπορούν να καλύψουν άμεσα τις ανάγκες της, ενώ το KAAN απέχει ακόμη από το να αποτελέσει πλήρως επιχειρησιακό μαχητικό πέμπτης γενιάς.
Οι επιδόσεις της στα UAV, στους πυραύλους και στη ναυπήγηση πολεμικών πλοίων είναι σημαντικές, αλλά δεν εξαλείφουν την ισραηλινή ποιοτική υπεροχή. Γι’ αυτό η Αγκυρα φωνάζει απέναντι στο Ισραήλ, αλλά μετρά προσεκτικά τα βήματά της. Η αυτοσυγκράτησή της δεν πηγάζει από πολιτικό σεβασμό, αλλά από τον φόβο του κόστους.
Απέναντι στην Ελλάδα, ο τουρκικός υπολογισμός είναι διαφορετικός. Οι επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου, οι εμπλοκές στο Αιγαίο, οι διεκδικήσεις γύρω από τη Ρόδο και το Καστελλόριζο, τα αυθαίρετα θαλάσσια πάρκα, η παρεμπόδιση του καλωδίου Ελλάδας-Κύπρου, η νομοθέτηση της «Γαλάζιας Πατρίδας» και η διατήρηση του casus belli δείχνουν ότι τα «ήρεμα νερά» δεν μετέβαλαν τον τουρκικό αναθεωρητισμό.
Η Αγκυρα αξιοποιεί τον όγκο των στρατιωτικών της δυνάμεων, το γεωγραφικό της βάθος και τη σημασία της για το ΝΑΤΟ. Παράλληλα, έχει διαμορφώσει την πεποίθηση ότι ένα μέρος του ελληνικού πολιτικού και ακαδημαϊκού συστήματος φοβάται περισσότερο την ένταση απ’ όσο η ίδια φοβάται το κόστος της πρόκλησης.
Η πολιτική του κατευνασμού δεν δημιούργησε τον τουρκικό αναθεωρητισμό. Οι «γκρίζες ζώνες», το casus belli, η αμφισβήτηση της κυριαρχίας των νησιών και η διχοτομική πολιτική στην Κύπρο έχουν βαθιές ρίζες στο τουρκικό κράτος. Δεν αποτελούν αποκλειστικά πολιτική του Ερντογάν.
Ο κεμαλικός εθνικισμός υπήρξε συχνά εξίσου επιθετικός. Ο Ερντογάν, όμως, διεύρυνε αυτή τη στρατηγική, της προσέδωσε νεοοθωμανικό και ισλαμιστικό περιεχόμενο και την έκανε περισσότερο απρόβλεπτη.
Λάθος συμπεράσματα
Ο κατευνασμός δεν γέννησε την απειλή, αλλά μείωσε στη σκέψη της Αγκυρας το πιθανό κόστος της. Οταν κάθε τουρκική πρόκληση αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως κίνδυνος για τον διάλογο και όχι ως δοκιμασία της ελληνικής κυριαρχίας, η Τουρκία συμπεραίνει ότι έχει περιθώριο να προχωρήσει στο επόμενο βήμα.
Την ίδια στιγμή, η Αγκυρα επιχειρεί να καλύψει τις αδυναμίες της δημιουργώντας νέες αρχιτεκτονικές ασφαλείας. Το Σύμφωνο της Μέκκας με το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία συνδυάζει τον τουρκικό στρατιωτικό όγκο και την αμυντική βιομηχανία με το πυρηνικό και βαλλιστικό βάρος του Πακιστάν και την οικονομική ισχύ του Ριάντ. Η προσπάθεια προσέλκυσης της Αιγύπτου θα προσέθετε τον μεγαλύτερο αραβικό στρατό, τον έλεγχο του Σουέζ και καθοριστική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Ερυθρά Θάλασσα.
Δεν πρόκειται ακόμη –και δεν ξέρουμε αν θα γίνει ποτέ– για ένα συμπαγές «ισλαμικό ΝΑΤΟ», ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι η Σαουδική Αραβία και η Αίγυπτος έχουν υιοθετήσει την αντιισραηλινή στρατηγική του Ερντογάν. Εάν, όμως, το σχήμα διευρυνθεί και αποκτήσει επιχειρησιακή υπόσταση, θα ενισχύσει την Τουρκία, θα περιορίσει τη στρατηγική απομόνωσή της και θα δημιουργήσει πίεση γύρω από το Ισραήλ.
Αρχιτεκτονική αποτροπής
Η Ελλάδα οφείλει να απαντήσει με τη δική της αρχιτεκτονική αποτροπής. Ο άξονας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ πρέπει να αποκτήσει μεγαλύτερο στρατιωτικό βάθος, ενώ η στρατηγική συνεργασία με την Ινδία μπορεί να συνδέσει την Ανατολική Μεσόγειο με τον Ινδικό Ωκεανό και τον IMEC.
Η Γαλλία, η Αίγυπτος, η Ιορδανία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μπορούν να αποτελέσουν πρόσθετους πυλώνες ενός δικτύου αεράμυνας, θαλάσσιας ασφάλειας, πληροφοριών, ενέργειας και προστασίας κρίσιμων υποδομών. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να περικυκλώσει την Τουρκία. Χρειάζεται να την πείσει ότι καμία επιθετική ενέργεια δεν θα είναι χωρίς κόστος.
Γιατί η Αγκυρα συγκρατείται εκεί όπου συναντά ισχύ, αποφασιστικότητα και ισχυρές συμμαχίες. Και αποθρασύνεται εκεί όπου διακρίνει φόβο ή διστακτικότητα απέναντι στην κλιμάκωση και μια τάση προθυμίας στην υποχώρηση, στ’ όνομα ενός διαλόγου που γίνεται μόνο… για τον διάλογο!