Πριν από περίπου 20 μήνες η εργαλειοποίηση της τραγωδίας των Τεμπών, του πόνου των συγγενών και του θυμικού των πολιτών αποτέλεσε τη βάση για τη δημιουργία ενός πολιτικού σκηνικού που ξεπέρασε κάθε προηγούμενο.

Από τη μία πλευρά το δίκαιο αίτημα της απονομής δικαιοσύνης και της απόδοσης ευθυνών και από την άλλη μια ακραία εκμετάλλευση. Ταυτόχρονα γίναμε μάρτυρες μιας διαρκούς και πολλές φορές αήθους επίθεσης κατά των θεσμών της Δικαιοσύνης και των εκπροσώπων της, ειδικά όταν οι αποφάσεις δεν εξυπηρετούσαν το αφήγημα που επιχειρήθηκε να στηθεί. Η απαξίωση της Δικαιοσύνης άγγιξε δυσθεώρητα ύψη ως παράπλευρη απώλεια στη μάχη κατά της κυβέρνησης και των εκπροσώπων της. Το ίδιο συμβαίνει άλλωστε και σε πολλές άλλες υποθέσεις όταν οι αποφάσεις δεν αρέσουν στα κόμματα της αντιπολίτευσης και στους εκπροσώπους τους.

Η παραπομπή Τριαντόπουλου

Ας έρθουμε στο σήμερα. Ή μάλλον στο χθες. Η πληροφορία περί παραπομπής του πρώην υφυπουργού Χρήστου Τριαντόπουλου στο Ειδικό Δικαστήριο ήρθε ως συνέχεια του αιτήματός του να δικαστεί από τον φυσικό δικαστή. Αίτημα που το 2025 η αντιπολίτευση χαρακτήρισε «πράξη δειλίας», αφού ουσιαστικά ακύρωνε την πρόταση σύστασης Προανακριτικής Επιτροπής –που και πάλι στο Δικαστικό Συμβούλιο θα οδηγούσε για να διερευνηθεί– και τώρα πανηγυρίζει, αλλά ξανά για επικοινωνιακούς λόγους.

Ούτε ζήτημα «μπαζώματος» τίθεται ούτε «συγκάλυψης». Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η παραπομπή αφορά παράληψη αποτροπής ενεργειών που οδήγησαν στην αλλοίωση του χώρου και όχι κάποια εντολή ή προτροπή του.

Ανεξάρτητα από αυτό, όμως, και από το γεγονός πως η Δικαιοσύνη θα αποφανθεί στο τέλος της ημέρας, το γεγονός πως αυτοί που απέδιδαν «πράξεις δειλίας» δηλώνουν πως η εξέλιξη οφείλεται σε δικές τους ενέργειες προκαλεί εντυπώσεις, ειδικά όταν στο παρελθόν μιλούν για «πυρόσφαιρες», «άγνωστα καύσιμα» ή και για ξυλόλια –κάποιοι εξ αυτών– ακόμη και για βαγόνια που… χάθηκαν.

Ο σεβασμός στη Δικαιοσύνη

Ολα αυτά με παράπλευρη, όπως προαναφέρθηκε, απώλεια την ίδια τη Δικαιοσύνη, τον θεσμό που απαξιώνεται σε βάρος της Δημοκρατίας. Μην ξεχνάμε τι έχει υποστεί ο ανακριτής της υπόθεσης του τραγικού δυστυχήματος που είδε τη φωτογραφία του να κοσμεί το Διαδίκτυο σε μια ακραία διαδικασία στοχοποίησης.

Μην ξεχνάμε και τις προσπάθειες αναβολής έναρξης της δίκης ή ακόμη και τα όσα έγιναν με την αίθουσα που δεν χωρούσε όσους ήθελαν να την παρακολουθήσουν και τώρα είναι σχεδόν άδεια κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης.

«Ας αφήσουμε επιτέλους τη Δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της», δήλωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, και κάποια στιγμή αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό απ’ όλους. Το δικαιικό μας σύστημα, άλλωστε, είναι απλό. Ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας και την απόδοση των ευθυνών την κάνουν οι δικαστικοί λειτουργοί.

Ολα τα υπόλοιπα ρίχνουν νερό στον μύλο του λαϊκισμού και συντηρούν λογικές «λαϊκών δικαστηρίων» που δεν ωφέλησαν ποτέ κανέναν και πρώτα απ’ όλα το πολίτευμα μιας χώρας. Αν μη τι άλλο, οφείλουμε όλοι να δείξουμε τον απαραίτητο σεβασμό στους συγγενείς των θυμάτων και τους εγκαυματίες και όχι να δημιουργούμε εντυπώσεις εκμεταλλευόμενοι τον πόνο τους.

Σε κάθε περίπτωση, το βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου δείχνει, με τις υπάρχουσες πληροφορίες, να μη δικαιώνει όσους διακινούσαν –και συνεχίζουν να διακινούν– θεωρίες συνωμοσίας. Από εκεί και πέρα, η απόφαση θα ληφθεί από τους ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς του Ειδικού Δικαστηρίου.

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο»