Σε κάθε προεκλογική περίοδο επανέρχεται το ίδιο ερώτημα, σχεδόν σαν κακό dejà vu: πόσο έτοιμο είναι το κράτος να αντιμετωπίσει οργανωμένες εκστρατείες παραπληροφόρησης;
Και κυρίως, ποιος φυλάει τους φύλακες όταν η ψηφιακή σφαίρα γίνεται πεδίο μάχης;
Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι τα φιλορωσικά δίκτυα trolls και bots δεν αποτελούν θεωρία συνωμοσίας αλλά αποδεδειγμένη πρακτική υβριδικού πολέμου, με στόχο την αποσταθεροποίηση, την πόλωση και τελικά την αλλοίωση της δημόσιας συζήτησης.
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται στο κενό. Αντιθέτως, είναι μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής πραγματικότητας, όπου οι κυβερνήσεις καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ελευθερία της έκφρασης και την ανάγκη προστασίας της δημοκρατικής διαδικασίας. Σε αυτό το πεδίο, η σημερινή κυβέρνηση έχει δείξει ότι αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της κατάστασης και κινείται μεθοδικά, χωρίς υστερίες αλλά και χωρίς αφέλεια. Από τη συνεργασία με ευρωπαϊκούς θεσμούς μέχρι την ενίσχυση των μηχανισμών κυβερνοασφάλειας, η κατεύθυνση είναι σαφής: πρόληψη αντί για κατόπιν εορτής διαπιστώσεις.
Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς μακριά για παραδείγματα. Από τις αμερικανικές εκλογές του 2016 μέχρι τις πρόσφατες ευρωπαϊκές αναμετρήσεις, το μοτίβο είναι επαναλαμβανόμενο: μαζική παραγωγή ψευδών ειδήσεων, στοχευμένη διάδοση μέσω κοινωνικών δικτύων, εκμετάλλευση υπαρκτών κοινωνικών εντάσεων. Η συνταγή είναι παλιά, απλώς τα εργαλεία έγιναν πιο εξελιγμένα.
Στην Ελλάδα, το έδαφος υπήρξε κατά καιρούς πρόσφορο. Οχι τυχαία. Η κρίση άφησε πίσω της καχυποψία, θυμό και μια γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς. Σε αυτό το περιβάλλον άνθησαν φαινόμενα που σήμερα πληρώνουμε ακόμη: εύκολη πίστη στο ψέμα, διάχυση συνωμοσιολογίας, πολιτική εργαλειοποίηση κάθε πληροφορίας.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ευθύνη της αντιπολίτευσης, ιδίως του ΣΥΡΙΖΑ, που για χρόνια επένδυσε σε αυτό το κλίμα. Οταν νομιμοποιείς την τοξικότητα, μην απορείς όταν γίνεται κανονικότητα.
Με σύμμαχο την τοξικότητα
Η μετάβαση από τον σκληρό πολιτικό λόγο στα οργανωμένα δίκτυα επιρροής δεν είναι μεγάλη. Αντίθετα, είναι σχεδόν φυσική συνέχεια. Τα trolls δεν λειτουργούν σε κενό, τρέφονται από αφηγήματα που ήδη υπάρχουν. Οταν λοιπόν η δημόσια σφαίρα έχει γεμίσει με υπαινιγμούς, μισές αλήθειες και κραυγές, τότε η οργανωμένη παραπληροφόρηση βρίσκει έτοιμο ακροατήριο. Εδώ είναι που απαιτείται σοβαρότητα και όχι επικοινωνιακά πυροτεχνήματα.
Η κυβέρνηση οφείλει να συνεχίσει την ενίσχυση των εργαλείων ελέγχου και διαφάνειας, αλλά και να επενδύσει στην ενημέρωση των πολιτών. Γιατί στο τέλος της ημέρας, η καλύτερη άμυνα απέναντι στο ψέμα είναι η κριτική σκέψη. Και αυτή δεν επιβάλλεται με νόμους, καλλιεργείται.
Καθώς η χώρα οδεύει προς εκλογικές αναμετρήσεις, η συζήτηση αποκτά επείγοντα χαρακτήρα. Δεν πρόκειται απλώς για πολιτική αντιπαράθεση, αλλά για την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας. Τα trolls και τα bots δεν ψηφίζουν, αλλά επηρεάζουν αυτούς που ψηφίζουν. Και αυτό αρκεί.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε ο πανικός ούτε η αδιαφορία. Χρειάζεται ψυχραιμία, σχέδιο και κυρίως συνέπεια. Η Ελλάδα έχει κάνει βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση, σε αντίθεση με εποχές όπου η ψηφιακή πραγματικότητα αντιμετωπιζόταν περίπου ως γραφικότητα.
Το ζητούμενο τώρα είναι η συνέχεια. Γιατί, τελικά, η φράση «έχουν γνώση οι φύλακες» δεν είναι ρητορικό ερώτημα. Είναι πρακτικό. Και η απάντηση θα δοθεί όχι με δηλώσεις, αλλά με το αν η επόμενη εκλογική αναμέτρηση θα διεξαχθεί σε ένα περιβάλλον καθαρής πληροφόρησης ή σε μια θολή ζώνη όπου η αλήθεια θα παλεύει με στρατιές ανώνυμων λογαριασμών.
Η επιλογή δεν είναι θεωρητική. Είναι μπροστά μας.