Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατάφερε μέσα στα 6,5 χρόνια που κυβερνά τη χώρα να τη θωρακίσει αμυντικά σε σημείο που να την καταστήσει μια κυρίαρχη, αποτρεπτική πάντα, δύναμη στην ευρύτερη περιοχή.
Την ώρα που οι υπερπατριώτες του πληκτρολογίου και οι μονίμως «ανησυχούντες» έθεταν θέμα υποχωρητικότητας έναντι της Τουρκίας και ενδοτικότητας ο πρωθυπουργός λάμβανε μέτρα για κρίσεις όπως η σύρραξη στη Μέση Ανατολή που είναι σε εξέλιξη. Μια κρίση που ξεπερνά κάθε προηγούμενη και η οποία βρίσκει την Ελλάδα σε θέση ισχύος.
Η αμυντική στήριξη της Τουρκίας, η μεταφορά των Patriot στην Κάρπαθο –που προκάλεσε την αντίδραση της Άγκυρας, χωρίς όμως να ιδρώσει το αυτί κανενός– και μια σειρά μέτρων που άπτονται και του διπλωματικού πεδίου αναδεικνύουν την ουσία των πράξεων ενός πρωθυπουργού που κατάφερε να κινηθεί σε δύο τομείς. Στην ασφάλεια και τη σταθερότητα και στην ανάταξη μιας οικονομίας μετά από μια υπερδεκαετή οικονομική κρίση που διέλυσε τη χώρα και την κοινωνική συνοχή.
Μέσα από μια πανδημία διετή και μια ενεργειακή κρίση που προκάλεσε τριγμούς σε ισχυρές οικονομίες της Ευρώπης κατάφερε να δημιουργήσει εκείνες τις συνθήκες που οδηγούν στη διαμόρφωση μιας εικόνας ισχυρής χώρας, πυλώνα στην ευρύτερη περιοχή και όχι μόνο.
Όποιος δεν το βλέπει, απλά δεν μπορεί να κρίνει με καθαρή ματιά. Μόνο ιδεοληπτικοί –και δυστυχώς υπάρχουν– βρίσκουν κάτι κακό πίσω από παρεμβάσεις όπως αυτές στα εξοπλιστικά ή όπως η αποστολή δυνάμεων για την αμυντική στήριξη της Κύπρου και σπεύδουν να εξαπολύσουν κατηγορώ κατά της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μια ακόμη φορά επιβεβαίωσε τους λόγους για τους οποίους οι πολίτες τον θεωρούν καταλληλότερο για πρωθυπουργό. Και διέλυσε τους μύθους ότι αυτό οφείλεται στην ανικανότητα των ηγεσιών των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Με τη στάση του και την αποφασιστικότητα που έδειξε και την ταχύτητα λήψης αποφάσεων οδήγησε ακόμη και χώρες της ΕΕ να ακολουθήσουν το παράδειγμά του.
Και δεν είναι μόνο αυτό. Είναι ότι με τους χειρισμούς του έφερε στο προσκήνιο και μια ακόμη αναγκαιότητα. Αυτήν των αυτοδύναμων κυβερνήσεων που δεν πρέπει να περνούν ατελείωτο χρόνο «διαπραγματεύσεων» και «υπαναχωρήσεων» προκειμένου να λάβουν κρίσιμες αποφάσεις.


